ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΑ

Ευρετήριο Άρθρου

ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΔΙΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΟΥ

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Το φυτό της αμπέλου (Vitis vinifera L.) στην άγρια μορφή του (Vitis vinifera silvcstris Gmel.) εμφανίστηκε, πριν από 7500 χρόνια περίπου, ως θάμνος αναρριχώμενος σε δασικές και παραποτάμιες περιοχές. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τα ευρήματα, ο προϊστορικός άνθρωπος χρησιμοποίησε τα άγρια σταφύλια για τη διατροφή του.

Αν και η καλλιέργεια της αμπέλου και η χρήση των αμπελουργικών προϊόντων περιβάλλονται από πολλούς μύθους και αποτέλεσαν δώρα των θεών στους ανθρώπους, όλα τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η πρώτη καλλιέργεια άρχισε κατά τη νεολιθική εποχή (6000 π.Χ.) στις περιοχές του Καυκάσου και της Μεσοποταμίας. Ως πρώτοι αμπελουργοί θεωρούνται οι Χιττίτες (5000 π.Χ.), οι Σουμέριοι (4000 π.Χ.), οι Αιγύπτιοι (4000 π.Χ.) και οι Έλληνες (4000-3000 π.Χ.).
Το πλήθος των αρχαιολογικών ευρημάτων δείχνει ότι η άμπελος, και ιδιαίτερα ο οίνος, έπαιξαν σημαντικό ρόλο και κατείχαν σπουδαία θέση στις οικονομικές, κοινωνικές, θρησκευτικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις όλων των αρχαίων πολιτισμών. Αλλά και στη χριστιανική θρησκεία περίοπτη είναι η θέση της

γνώρισαν μεγάλη άνθηση στην αρχαία Αίγυπτο. Το κρασί ήταν δώρο του θεού Όσιρι. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στους τάφους των Φαραώ της Τέταρτης (2440 π.Χ.) και Έκτης (2345 π.Χ.) Δυναστείας, όπως και εκείνα στον τάφο του Φτά Χοτέμπ στη Μέμφιδα (4000 π.Χ.) αποκαλύπτουν ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εφάρμοσαν συγκεκριμένη μέθοδο καλλιέργειας της αμπέλου και ήσαv έμπειροι οινοποιοί.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η άμπελος μεταφέρθηκε στον αρχαίο ελλαδικό χώρο από την Αίγυπτο στη Μινωϊκή Κρήτη (2800 π.Χ.), αν και δεν αποκλείεται την ίδια εποχή (περίπου το 3000 π.Χ.) οι Φοίνικες να ήσαν εκείνοι που διέδωσαν την καλλιέργεια της αμπέλου στην Κρήτη κατά τη μετακίνηση τους προς τη Δύση.
Η άνθηση του μινωϊκού πολιτισμού έδωσε τεράστια ώθηση στην καλλιέργεια της αμπέλου.
Οι μινωίτες αμπελουργοί για πρώτη φορά διαχώρισαν τις ποικιλίες αμπέλου και καλλιέργησαν εκείνες με τα καλύτερα χαρακτηριστικά, ενώ από τις αρχαιολογικές ανασκαφές αποκαλύφθηκε ότι είχαν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την τεχνική της οινοποίησης και της συντήρησης των οίνων. Ο ληνός (πατητήρι) που βρέθηκε στο Βαθύπετρο (Εικ.1.1)  επιβεβαιώνει τις απόψεις αυτές.
Η καλλιέργεια της αμπέλου διαδόθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα διαμέσου των νήσων των Κυκλάδων (Νάξος). Κατά μία άλλη άποψη η καλλιέργεια της αμπέλου και ο οίνος ήσαν δώρα του θεού Διονύσου και διαδόθηκαν στον ελλαδικό χώρο από τη Θράκη. Ο Όμηρος αναφέρει ότι οι Θράκες από την περιοχή της Μαρώνειας προμήθευαν τους Έλληνες με το φημισμένο κρασί κατά τον Τρωικό Πόλεμο (1300 π.Χ.). Στην ίδια περιοχή τα λαξευμένα στους βράχους πατητήρια επιβεβαιώνουν την καλλιέργεια της αμπέλου 

(Εικ. 1.2)

Στους χρόνους που ακολούθησαν η καλ­λιέργεια της αμπέλου διαδόθηκε οε ολόκλη­ρη την αρχαία Ελλάδα και η τεχνική της τε­λειοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε δίκαια θεωρείται ότι η Αμπελουργία ως εμπειρική τέχνη γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα.

Ο Όμηρος (800 π.Χ.), ο Ησίοδος (750 π.Χ.), ο Δημόκριτος (500 π.Χ.), ο Ηρόδοτος (484-430/420 π.Χ.), ο Ξε­νοφών (430-352 π.Χ), ο Αρι­στοτέλης (384-322 π.Χ.), ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) αλλά και πολλοί άλλοι συγ­γραφείς, φιλόσοφοι και ποιη­τές δίνουν εξαιρετικά χρήσι­μες πληροφορίες για το πλήθος των ποικιλιών, τις τε­χνικές καλλιέργειας, την απο­ξήρανση των σταφυλιών για την παραγωγή σταφίδων και τις μεθόδους οινοποίησης και συντήρησης των οίνων.

Οι πληροφορίες, οι αμπε­λουργικές και οινολογικές γνώσεις που περιέχονται στα κείμενα αυτά συνιστούν στην πραγματικότητα το “ελληνικό μοντέλο της Αμπελουργίας’’, το οποίο σε γενικές γραμμές επικρατεί στην πλειονότητα των αμπελουργι­κών χωρών.

Κατά την περίοδο αυτή διαμορφώθηκαν τα χαμηλά σχήματα μόρφωσης των πρέμνων (κυπελλοειδή) χωρίς υποστύλωση, εφαρμό­στηκε το βραχύ κλάδεμα καρποφορίας και η πυκνή φύτευση, μελετήθηκε η μορφολογία και φυσιολογία του φυτού και επισημάνθηκε ο μεγάλος ρόλος του κλίματος και του εδάφους στην ποιότητα των αμπελουργικών προϊόντων. Το ελληνικό μοντέλο αμπελουρ­γίας κατευθύνει την παραγωγή σε ποιότητα και όχι τόσο σε ποσότητα.

Περισσότερες από 90 ποικιλίες αμπέλου περιγράφηκαν και καλλιεργήθηκαν κατά την ελληνική αρχαιότητα, ενώ εξαιρετικά μεγάλος (πάνω από 130) ήταν ο αριθμός των τύπων των οίνων ποιότητας που αναφέρονται από τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγ­γραφείς, μεταξύ των οποίων ο Βίβλινος, ο Ίσμαρος, ο Πράμνιος, ο Αριούσιος της Χίου καθώς και εκείνοι της Λέσβου, της Θάσου,της Λήμνου και της Σαντορίνης. Είναι πιθανό μερικές από τις πιο σπουδαίες ποικιλίες που καλλιεργούνται σήμερα στην Ελλάδα να προέρχονται από ποικιλίες της αρχαιότητας. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στη νήσο Λήμνο, όπου σήμερα καλλιεργείται η ποικιλία οινοποιίας Λημνιό ή Καλαμπάκι, στην αρχαιότητα καλλιεργούνταν η Λήμνεος Άμπελος. Επίσης, ο περίφημος Μαλβαζίας οίνος που παραγόταν κατά τον 14ο μ.Χ. αιώ­να στην Κρήτη αποτελεί και στοιχείο της δια­χρονικής παρουσίας της αμπελουργίας και της οινοποιητικής τεχνικής στην Ελλάδα.

Δεν είναι υπερβολή να υποστηριχθεί ότι η Αμπελουργία και η οινοποιία γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Άλλωστε, το όνομα “Αμπελος η Οινοφόρος” (το αμπέλι που δίνει το κρασί) δόθηκε από τον Διοσκορίδη τον 1ο μ.Χ. αιώ­να και αργότερα αποδόθηκε στα λατινικά ως Vitisvinifera. Οι πρώτοι Έλληνες άποικοι μετέφεραν την καλλιέργεια της αμπέλου αρ­χικά στη Ν. Ιταλία και τη Σικελία και αργό­τερα στη Γαλλία (Μασσαλία), τη Β. Αφρική και την Ισπανία. Στη Μεγάλη Ελλάδα (όπως ονομάστηκαν οι αποικίες στην Ιταλία) η αμπελουργία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη.

Από τους Ρωμαίους η καλλιέργεια της αμπέλου διαδόθηκε στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Ήταν τέτοια η εξάπλωση της καλλιέργειας, ώστε ο Αυτοκράτορας Δομητιανός εξέδωσε απαγορευτική απόφαση για τον περιορισμό των καλλιεργούμενων εκτάσεων (92 μ.Χ.).

Ακολούθησε μακρά περίοδος αιώνων κατά την οποία περιορίστηκε σημαντικά η καλλιέργεια της αμπέλου και η παραγωγή αμπελουργικών προϊόντων. Μόνο μετά το 15ο αιώνα μ.Χ. άρχισε πάλι να επεκτείνετα: η αμπελοκαλλιέργεια. Την ίδια περίπου εποχή, μετά την ανακάλυψη της Αμερικής, η άμπελος μεταφέρθηκε στο Μεξικό (1.525 μ.Χ.), στη Ν, Αμερική (1550 μ.Χ.) και τη Β. Αμερική (1697 μ.Χ.), στη Ν. Αφρική (1616 μ.Χ.) και την Αυστραλία (1788 μ.Χ).

ΔΙΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΣΤΟ ΔIΕΘΝΗ ΧΟΡΟ

Η μεγάλη προσαρμοστικότητα των ποικιλιών της αμπέλου σε διάφορα εδαφοκλιματικά πε­ριβάλλοντα αλλά και η οικονομική σημασία που έχουν τα αμπελουργικά προϊόντα συνέ­βαλαν ώστε η καλλιέργεια της να επεκταθεί και στις πέντε ηπείρους.

Σήμερα περισσότερες από 8.000 ποικιλίες της Αμπέλου της Οινοφόρου καλλιεργούνται σε ολόκληρο τον κόσμο και καταλαμβάνουν έκτα­ση 78.140.000 στρεμμάτων.

Στην Ευρώπη, παρά τη μείωση των καλ­λιεργούμενων εκτάσεων τα τελευταία χρόνια, καλλιεργούνται 51.490.000 στρέμματα (1997), έκταση που αντιστοιχεί στο 65,9% των συνολικά καλλιεργούμενων εκτάσεων στον κόσμο, ενώ στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) καλλιεργείται το 46,7% της παγκόσμιας παραγωγής. Μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. η Ισπανία κατέχει την πρώτη θέση με 11.550.000 στρέμματα και ακολουθούν η Γαλλία και η Ιταλία με 9.140.000 στρέμματα, η Πορτογαλία με 2.600.000 στρέμματα και η Ελλάδα με 1.298.000 στρέμματα.

Στην Αμερική καλλιεργούνται 7.990.000 στρέμματα με κύρια κέντρα καλλιέργειας τις Η.Π.Α. (3.150.000 στρέμματα), την Αργε­ντινή (2.090.000 στρέμματα) και τη Χιλή (1.320.000 στρέμματα).

Στην Ασία οι εκτάσεις που καταλαμβάνει η καλλιέργεια της Αμπέλου ανέρχονται σε 14.490.000 στρέμματα, με κυριότερες αμπε­λουργικές χώρες την Τουρκία (6.020.000στρέμματα), το Ιράν ((2.700.000 στρέμματα) και την Κίνα (1.880.000 στρέμματα)...


Εκτύπωση