ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΑ

Ευρετήριο Άρθρου

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΙΑ

  Η ελιά είναι χωρίς αμφιβολία το δέντρο που αντιπροσωπεύει καλύτερα τον μεσογειακό πολιτισμό. Η ιστορία της είναι ένα μείγμα μύθου και πραγματικότητας, παραδόσεων και δοξασιών. Η μυθολογία λέει πως η θεά Αθηνά, αποδεχόμενη την πρόκληση του Ποσειδώνα, εμφάνισε ξαφνικά από τη γη το πρώτο δέντρο ελιάς γεμάτο άνθη και καρπούς. Για όλους, η ελιά αποτελεί το σύμβολο της ειρήνης: λέγεται, μάλιστα, ότι ο Αννίβας συμβούλεψε τους Καρχηδόνιους να συναντήσουν τον Σκιπίωνα, πάνω σε καράβια διακοσμημένα με κλαδιά ελιάς, έτσι ώστε να συμβιβαστούν για να κάνουν ειρήνη έπειτα από τους πολύ αιματηρούς πολέμους. Στα πιο πρόσφατα χρόνια, τον Ιούλιο του 1969, με την ευκαιρία της πρώτης αποβίβασης στο φεγγάρι, οι Αμερικανοί αστροναύτες, θέλοντας να αποθανατίσουν την επιτυχία του επιτεύγματος τους, έστησαν μια πινακίδα πάνω στην οποία είχαν τυπώσει ένα χρυσό κλαδί ελιάς, σύμβολο ειρήνης.

 Η χριστιανική θρησκεία θέλει ένα περιστέρι να φέρνει στον Νώε ένα κλαδί ελιάς ως σύμβολο του τέλους της θεϊκής οργής προς τον άνθρωπο. Οι Ρωμαίοι διακοσμούσαν τα αγάλματα των θεών με ένα κλαδί ελιάς ως ένδειξη σεβασμού.

Στις επαρχίες, η ελιά ήταν πάντα το σύμβολο της ελπίδας. Σε κάποιες περιοχές της βόρειας Ιταλίας, οι χωρικοί πετούσαν τα φύλλα της ελιάς μέσα στο τζάκι πιστεύοντας ότι έτσι προφυλάσσουν τα χωράφια από το χαλάζι, κρατώντας πάντα ένα απανθρακωμένο κλαδί ελιάς ενώ προσεύχονταν για να σταματήσει το κακό. Το δέντρο της ελιάς ήταν ωστόσο και ένα σύμβολο του θανάτου και της κακοτυχίας. Σε μερικά σιβυλλικά βιβλία είχε γραφτεί ότι στο ξέσπασμα ενός πολέμου ένα δέντρο ελιάς θα βυθιζόταν μέσα στη γη αφήνοντας ορατές μόνο τις άκρες των κλαδιών του. Σήμερα, είναι σύνηθες μεταξύ των Χριστιανών, την Κυριακή των Βαΐων, να διακοσμούν το σπίτι τους με ένα κλαδί ελιάς για να προστατεύουν την οικογένεια τους κατά τη διάρκεια του έτους, και να χρησιμοποιούν επίσης το λάδι σε πολλές εκκλησιαστικές γιορτές.
Αυτές οι σύντομες ιστορικές αναδρομές είναι μόνο μερικές ενδείξεις της χιλιετούς ιστορίας της ελιάς.

Η ελιά έχει χαρακτηρισθεί από την αρχαιότητα ως το δέντρο «πρίγκιπας», το σύμβολο της ειρήνης, της ομόνοιας, της σοφίας και της ευημερίας. Ήταν γνωστή από τους αρχαίους Αιγύπτιους και αργότερα καλλιεργήθηκε από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τους καρπού, εκτός από τη διατροφή τους, και για αρωματική και φαρμακευτική χρήση, για να ανάβουν τα δαδιά και τις λάμπες τους, αλλά και για να φτιάχνουν σαπούνια. Μεταξύ του 5.000 και του 1.400 π.χ. η ελιά ήταν γνωστή στη Συρία , την Παλαιστίνη και την Κρήτη. Σύμφωνα με αρχαιολογικές ανακαλύψεις, η παραγωγή λαδιού ανάγεται στην 5η χιλιετία π.χ. Στον βαβυλωνιακό κώδικα των Χαμουραμπί, πριν από 4.500 χρόνια, ένα ολόκληρο κεφάλαιο αναφέρεται στους πρώτους νόμους για το εμπόριο του λαδιού. Γύρω στο 500 π.χ., οι Έλληνες μετέφεραν τα πρώτα δένδρα ελιάς στη Σικελία , τη Σαρδηνία και την Καλαβρία, ενώ, από εκεί, οι φυτείες με ελιές θα έφταναν σιγά σιγά μέχρι την περιοχή της Ρώμης. Σήμερα, η καλλιέργεια της ελιάς αντιμετωπίζει δυσκολίες εξαιτίας της σημαντικής αύξησης του κόστους παραγωγής, της μη εναρμονισμένης αγροτικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στη , συχνά πολύ αποτελεσματική, προπαγάνδα των εταιρειών που παράγουν σπορέλαια και λάδι από λίπη , για να προωθήσουν τα προϊόντα τους .

Στην Ελλάδα καλλιεργούνται περί τα 7,5 εκατομμύρια στρέμματα με ελιές, εκ των οποίων περίπου τα 600.000 είναι βιολογικής καλλιέργειας. Η χώρα μας είναι 3η κατά σειρά σε ποσότητα παραγωγής ελαιόλαδου μετά από την Ισπανία και την Ιταλία, αν και η ποιότητα των λαδιών είναι σε πολλές περιπτώσεις εξαιρετική. Επίσης, καλλιεργούνται και ορισμένες εξαιρετικές ποικιλίες επιτραπέζιας ελιάς, όπως της Άμφισσας και της Καλαμάτας. Κύριες ελαιοπαραγωγές περιοχές της Ελλάδας είναι: σχεδόν ολόκληρη η Πελοπόννησος, η Μυτιλήνη, η Κέρκυρα, η Κρήτη, η περιοχή της Άμφισσας, ο νομός Φθιώτιδας, τα νησιά του Ιονίου, η Μαγνησία με το Πήλιο, η Εύβοια και η Αττική. Γενικά, η ελιά ευδοκιμεί στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, εκτός από εκείνες στις οποίες επικρατούν πολύ αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Η Olea europea (ελιά) ανήκει στην οικογένεια Oleacee (Ολεΐδες). Είναι δέντρο αειθαλές, που ζει πολλά χρόνια και τα φύλλα της ανανεώνονται κάθε δύο-τρία χρόνια. Έχει πολύ ανεπτυγμένο και απλωμένο ριζικό σύστημα, ικανό να εισχωρήσει ακόμα και ανάμεσα στα βράχια. Ο λαιμός της ελιάς, με την πάροδο των χρόνων, γίνεται πολύ σκληρός και γεμίζει ρόζους. Ο κορμός μπορεί να φτάσει τα I -2 μέτρα ύψος πάντα ανάλογα με την ποικιλία, το περιβάλλον και τον τρόπο καλλιέργειας. Ο κορμός είναι λείος και πρασινωπός στα νεαρά τμήματα και τραχύς και γκρίζος στα παλαιότερα. Το ξύλο είναι σκληρό, βαρύ και χρώματος κιτρινοκόκκινου. Τα φύλλα ανανεώνονται κάθε τρία χρόνια, έχουν χρώμα βαθύ πράσινο στο πάνω μέρος και ανοικτό ασημί στο κάτω και αλλάζουν σχήμα ανάλογα με την ποικιλία (μακρόστενα ή λογχοειδή).
Οι οφθαλμοί είναι γυμνοί και διαφοροποιούνται περίπου δύο μήνες πριν την άνθηση. Τα άνθη είναι λευκού χρώματος και σχηματίζουν ταξιανθίες που αποτελούνται από δέκα με σαράντα άνθη σε σχήμα τσαμπιού. Ο πρασινωπός κάλυκας αποτελείται από τέσσερα λευκά σέπαλα, στεφάνη μικρού σωλήνα, τέσσερα πέταλα χρώματος άσπρου , δύο στήμονες και έναν ύπερο με την ωοθήκη. Οι καρποί είναι διαφόρων διαστάσεων (από Ι έως Ι Ο γρ.) και σχημάτων, ανάλογα με το είδος της ποικιλίας . Όταν ωριμάσουν, παίρνουν μαύρο χρώμα. Στο εσωτερικό υπάρχει ένας πυρήνας ατρακτοειδούς σχήματος , πολύ σκληρός , ο οποίος προστατεύει ένα μόνο σπέρμα. Η άνθηση πραγματοποιείται από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Συχνά, παρατηρείται ανάσχεση της ανάμυξης της ωοθήκης και μόνο ένα Ι 0% των ανθών φτάνει στην πλήρη ωρίμανση και καρπόδεση. Το άνθος της ελιάς είναι ερμαφρόδιτο (το ίδιο φυτό φέρει άνθη θηλυκά και αρσενικά).
Αυτό επιτρέπει την αυτογονιμοποίηση του δέντρου με τα αναπαραγωγικά όργανα να ωριμάζουν συγχρόνως. Η ελιά ως δέντρο δεν φέρει νέκταρ και έτσι η μεταφορά της γύρης δεν μπορεί να γίνει από τις μέλισσες. Μερικές ποικιλίες είναι αυτόστειρες και ανεμόφιλες, δηλαδή η γονιμοποίηση γίνεται με τη βοήθεια του ανέμου μεταξύ δέντρων που μπορεί να βρίσκονται και σε μεγάλες αποστάσεις το ένα από το άλλο.
Οι ελιές ωριμάζουν την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου και Φεβρουάριου: η χρονική στιγμή κατά την οποία θα πρέπει να μαζευτούν εξαρτάται από τη θέση του ελαιώνα, την έκθεση στον αέρα και στο φως και τις μετεωρολογικές και κλιματικές συνθήκες που έχουν επικρατήσει στην περιοχή κατά τη διάρκεια του έτους.
Ένα δέντρο ελιάς που καλλιεργείται με παραδοσιακές μεθόδους μπορεί να παράγει από 20 έως 50 κιλά καρπό το χρόνο.
Ο καρπός της ελιάς αποτελείται από 35-40% νερό και 15-35% λάδι. Οι στερεές ουσίες (κυτταρίνη, ζάχαρα, πρωτεΐνες) περιέχονται σε ποσοστό περίπου 25-40%.
Το λάδι βρίσκεται στην ψίχα σε ποσοστό (96%) και σε ένα μικρό ποσοστό στον πυρήνα (4% περίπου).
Το πλήθος των καλλιεργούμενων ποικιλιών είναι σημαντικό: περίπου πεντακόσιες, από τις οποίες οι τετρακόσιες είναι επίσημα εγγεγραμμένες. Μετά από πολλούς αιώνες καλλιέργειας και διαλογής ποικιλιών, βρέθηκαν ποικιλίες ανθεκτικές στο κρύο, ποικιλίες ιδιαίτερα παραγωγικές και ποιοτικές για τον καρπό τους ή το λάδι, όπως επίσης και ανθεκτικές στις διάφορες αρρώστιες. Η επιλογή της ποικιλίας που θέλουμε να καλλιεργήσουμε έχει μεγάλη σημασία ώστε να παραγάγουμε λάδι και βρώσιμες ελιές ποιότητος.

Η Olea europea είναι διαδεδομένη σε όλες τις χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο θάλασσα. Τη συναντάμε επίσης στην Καλιφόρνια, την Αργεντινή, το Μεξικό, την Αυστραλία και την Κίνα. Όμως, το λάδι που παράγεται στη Μεσόγειο δεν συγκρίνεται με κανένα όσον αφορά τη νοστιμιά και το άρωμα.
Στην Ελλάδα, η περιοχή με τη μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Κρήτη και ακολουθεί η Πελοπόννησος.
Μια παροιμία λέει ότι για να βγει καλό, το λάδι έχει ανάγκη από πέντε πράγματα: «ησυχία, ξηρασία, μοναξιά, ήλιο και πετρώδες έδαφος». Από τεχνικής πλευράς, η ελιά έχει ανάγκη από ένα κλίμα ήπιο, χωρίς μεγάλες θερμικές διακυμάνσεις, με θερμοκρασίες που δεν πέφτουν κάτω από -5° C. ΓΓ αυτό, προτιμά το κλίμα των παραθαλάσσιων περιοχών παρά εκείνο των ορεινών (μέγιστο ανεκτό υψόμετρο 800 μ.).
Πριν προχωρήσουμε στην εγκατάσταση του ελαιώνα, είναι καλό να κάνουμε μια έρευνα στην περιοχή που έχουμε επιλέξει. Παρατηρώντας τα αποτελέσματα άλλων παραγωγών από την καλλιέργεια ελιάς και τα πρακτικά προβλήματά τους μπορούμε να επιλέξουμε ποια είναι η πιο κατάλληλη ποικιλία για να καλλιεργήσουμε. Αν και το δέντρο της ελιάς έχει ιδιαίτερη προσαρμοστικότητα και ζωντάνια, είναι πολύ απαιτητικό σε ορισμένες περιβαλλοντικές συνθήκες.
Η βλάστηση ξεκινά όταν η θερμοκρασία φτάσει στους 10-11°C και το δέντρο καρποδένει στους 21-22° C. Η ελιά είναι ευαίσθητη στα κρύα και στους παγετούς (στους -7° C παγώνει), ενώ δεν ανέχεται την υγρασία. Ο ελαιώνας πρέπει να εγκαθίσταται σε περιοχές ανοιχτές και αεριζόμενες, ώστε να μην πιάνει εύκολα πάγος και ομίχλη, και να μην εκτίθεται προς το Βορρά, εκτός εάν βρίσκεται σε κάποιες ζεστές περιοχές του Νότου.
Τα στάσιμα νερά είναι πολύ επικίνδυνα για το ριζικό σύστημα της ελιάς, γι αυτό και είναι απαραίτητη η καλή αποστράγγιση του εδάφους. Το αργιλοασβεστώδες έδαφος με μια ικανοποιητική ποσότητα οργανικής ουσίας είναι ιδανικό για την καλλιέργεια της ελιάς, αν και το δέντρο αυτό προσαρμόζεται και σε άλλους τύπους εδαφών. Η ελιά έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε ασβέστιο (η απουσία του προκαλεί το φαινόμενο του ραχιτισμού) και γι αυτό το λόγο θα πρέπει να αποφεύγονται τα πολύ όξινα εδάφη (ρΗ<5), τα οποία δεν μπορούμε να εμπλουτίσουμε με τις απαιτούμενες ποσότητες ασβεστίου...


Εκτύπωση