ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΑ - Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

Ευρετήριο Άρθρου

Ο εγγενής πολλαπλασιασμός της ελιάς γίνεται με τη βοήθεια των πυρήνων που βρίσκονται μέσα στους καρπούς της.
Οι πυρήνες που προορίζονται για σπορά, λαμβάνονται μόνο από υγιείς και ώριμους καρπούς. Πλένονται και, για να συντηρηθούν, τοποθετούνται μέσα σε λεπτή και υγρή άμμο.
Πριν τη σπορά, θα πρέπει να σπάμε εγκάρσια τον πυρήνα χωρίς βέβαια να τραυματίζουμε το σπέρμα.
Η σπορά στο σπορείο γίνεται τον Ιούλιο-Αύγουστο και η μεταφύτευση των φυταρίων ακολουθεί, την επόμενη άνοιξη. Την άνοιξη του δεύτερου έτους, όταν το νεαρό φυτό έχει φτάσει σε ύψος τα 50 εκ„ μπορούμε να κάνουμε τον εμβολιασμό με κέντρωμα στη στεφάνη και κέντρωμα με μάτι.
Τον Οκτώβριο του δεύτερου έτους, το δέντρο μεταφυτεύεται στο φυτώριο μοσχευμάτων σε μια απόσταση μεταξύ των φυτών: 1,0 χ 0,40 μ. Αυτή την περίοδο θα πρέπει να αυξήσουμε τις ποσότητες χωνεμένης κοπριάς με την προσθήκη στάχτης ξύλου ή χρησιμοποιώντας κάποιο λίπασμα πλούσιο σε κάλιο. Το έδαφος, επίσης, θα πρέπει να είναι καθαρό από αγριόχορτα και από παραφυάδες. Αν κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να υποστυλώσουμε τα νεαρά φυτά με καλάμια έτσι ώστε να αποφύγουμε σπασίματα που οφείλονται σε ακατάλληλες κλιματικές συνθήκες.
Τον πέμπτο-έκτο χρόνο το νεαρό φυτό είναι έτοιμο να μεταφυτευθεί στο ύπαιθρο, αρκεί να έχει φτάσει σε ένα ύψος 1,5-2,0 μ. και να έχει περίμετρο κορμού 6-7 εκ. Η ελιά που έχει πολλαπλασιαστεί με την παραπάνω μέθοδο δεν έχει κληρονομήσει τα ίδια χαρακτηριστικά του μητρικού φυτού, οπότε είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός της.

 Πολλαπλασιασμός με τη φυτική διαδικασία (αγενής)

   Ο αγενής πολλαπλασιασμός εκμεταλλεύεται τα ζωντανά μέρη του μητρικού φυτού (γόγγρο, παραφυάδα, μόσχευμα) διατηρώντας ακέραια όλα τα αρχικά χαρακτηριστικά του. Ο πολλαπλασιασμός με τη μέθοδο της παραφυάδας γίνεται αποσπώντας με προσοχή τις χαμηλές παραφυάδες (που έχουν μήκος τουλάχιστον 80-100 εκ.) από το μητρικό φυτό, αφαιρώντας πάντα και ένα μικρό μέρος παλαιού ξύλου. Αυτές οι παραφυάδες στη συνέχεια φυτεύονται στο φυτώριο, όπου σε λίγο θα αναμύξουν το δικό τους ριζικό σύστημα . Σε διάστημα δύο χρόνων μπορούμε να τις μεταφυτεύσουμε στο ύπαιθρο. Η αναπαραγωγή με γόγγρους (όζους) του μητρικού φυτού είναι μια διαδικασία αρκετά επώδυνη για το φυτό, οπότε χρησιμοποιείται σπανίως. Ο γόγγρος είναι ένα εξόγκωμα οφθαλμού το οποίο μοιάζει με αυγό, και γεννιέται κατά μήκος του κορμού. Αποσπάται το Φεβρουάριο-Μάρτιο με ένα μαχαίρι (η πληγή θα πρέπει να λειανθεί και να απολυμανθεί), καθαρίζεται και σκεπάζεται από πολτό αργίλου και χωνεμένη κοπριά. Έπειτα, τοποθετείται σε βαθιές τρύπες, μήκους 15- 20 εκ., και σκεπάζεται από ένα μείγμα χώματος ή κοπριάς και στάχτης. Μετά από περίπου δύο μήνες θα αρχίσουν να βγαίνουν οι πρώτοι βλαστοί και θα επιλέξουμε από τους καλύτερους το πολύ δύο.

Η αναπαραγωγή με τη μέθοδο του μοσχεύματος γίνεται με την αφαίρεση ενός νεαρού υγιούς καρποφόρου κλαδιού από το μητρικό φυτό. Το κάτω μέρος αυτού του κλαδιού θα αναπτύξει μέσα στο χώμα ρίζες, ενώ το πάνω μέρος του θα μας δώσει βλαστούς και κλαδιά. Το μόσχευμα θα πρέπει να είναι χοντρό, ευθυτενές, με φλοιό πράσινο, χυμώδη, και με μήκος 90-100 εκ. Πριν το τοποθετήσουμε στο χώμα, αφαιρούμε τους πλαϊνούς βλαστούς και κόβουμε το κάτω μέρος του.

 Η καλύτερη περίοδος για να μαζέψουμε μοσχεύματα είναι το φθινόπωρο-χειμώνα. Τα μοσχεύματα φυτεύονται στο φυτώριο σε βάθος 30 εκ. και σε μια απόσταση 50 εκ. μεταξύ τους και λιπαίνονται με χωνεμένη κοπριά.
Την άνοιξη, τα μοσχεύματα εκπτύσσουν πλευρικούς βλαστούς οι οποίοι πρέπει να αφαιρούνται για να ευνοηθεί η ανάπτυξη των κυρίων βλαστών. Μετά από δύο χρόνια, τα μεταφυτεύουμε στο ύπαιθρο. Με τον εμβολιασμό (μπόλιασμα) οι ιστοί ενός είδους ενώνονται με αυτούς ενός άλλου, με αποτέλεσμα η δομή και η σύσταση των επίγειων οργάνων να τροποποιούνται. Επίσης, τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας από την οποία προέρχεται το μπόλι, κληροδοτούνται στο υποκείμενο. Από αυτή την ένωση προκύπτει ένας μόνιμος και αναλλοίωτος ιστός. Συχνά, όμως, η τήξη και αφομοίωση των ιστών αποτυγχάνει, με αποτέλεσμα ο ρόζος του σημείου συγκόλλησης να τείνει να αποκολληθεί. Το μπόλιασμα πρέπει να γίνει σε ημέρες ξηρές, χωρίς άνεμο, όταν το δένδρο έχει πλεόνασμα χυμών, συνήθως τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο ή το Μάρτιο. Τα μπόλια πρέπει να προέρχονται από φυτά υγιή με πολύ καλή καρποφορία (πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όσον αφορά τις μεταλλάξεις των οφθαλμών του φυτού).

Εφόσον έχουμε κάνει το μπόλιασμα, καλό θα ήταν να καλύψουμε το μπόλι με κατάλληλες μαστίχες έτσι ώστε η πληγή να είναι αδιάβροχη.
Το μπόλιασμα με οφθαλμό (ενοφθαλμισμός) μπορεί να γίνει τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο, χρησιμοποιώντας κοιμώμενο οφθαλμό ή το Μάρτιο χρησιμοποιώντας οφθαλμό ενεργό-βλαστικό. Συνήθως, είναι καλύτερο να κάνουμε το μπόλιασμα τον Αύγουστο, έτσι ώστε, αν δεν επιτύχει, να ξαναπροσπαθήσουμε την άνοιξη. Σε αυτό τον τύπο μπολιάσματος κάνουμε μια τομή σχήματος Τ πάνω στο φλοιό του υποκειμένου και εισάγουμε το μπόλι του οφθαλμού (αποτελείται από τον οφθαλμό με το απαραίτητο κομμάτι φλοιού σε σχήμα ασπίδας) αφήνοντας όμως τον οφθαλμό ακάλυπτο. Στη συνέχεια, αλείφουμε την πληγή με μαστίχα και δένουμε το σημείο με φυτικές ίνες (ράφια), αφήνοντας ελεύθερο τον οφθαλμό. Η ένωση των ιστών (μέσα σε δύο εβδομάδες) έχει επιτευχθεί όταν ο φλοιός του οφθαλμού είναι πράσινος και φουσκωμένος. Αν αποτύχει το μπόλιασμα, επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία, αλλιώς αφήνουμε να αναπτυχθεί ο καλύτερος από τους πλάγιους βλαστούς, κλαδεύοντας την κορυφή του υποκειμένου

Εμβολιασμός με πλακίτη: σε αυτή την περίπτωση παίρνουμε το μπόλι από ένα νεαρό, χυμώδες και καρποφόρο κλαδί, κόβοντας ένα τετραγωνισμένο κομμάτι από τον φλοιό του, πλάτους 4-5 εκ.,το οποίο φέρει έναν οφθαλμό. Αυτό το εμβόλιο τοποθετείται πάνω στον φλοιό του υποκειμένου του οποίου έχουμε προηγουμένως αφαιρέσει ένα κομμάτι φλοιού αντίστοιχων διαστάσεων. Αφού τοποθετηθεί το μπόλι, δένουμε την ένωση με φυτικές ίνες (ράφια) ή μαλλί και αλείφουμε μαστίχα γύρω από την πληγή. Αυτή η διαδικασία γίνεται την ίδια χρονική περίοδο με τον εμβολιασμό με οφθαλμό.Ο εμβολιασμός στεφάνης μπορεί να γίνει ακόμα και σε χοντρά κλαδιά ή σε κορμούς. Κατ' αρχάς κόβουμε τον κορμό ή το κλαδί και λειαίνουμε την τομή με ένα κοφτερό μαχαίρι, προσέχοντας πάντα να μην συνθλίψουμε τις άκρες του φλοιού. Έπειτα κάνουμε τρεις έως δέκα τομές πάχους 3 εκ. και μήκους 10 εκ. ανάμεσα στο φλοιό, το κάμβιο και το ξύλο. Σε αυτές τις τομές εισάγουμε το κεντρί (μπόλι), έτσι ώστε οι ιστοί του κεντριού και του υποκειμένου να βρίσκονται σε στενή επαφή. Έπειτα αλείφουμε με μαστίχα και δένουμε με ράφια. Το κεντρί το παίρνουμε από κλαδιά του προηγούμενου έτους. Αφήνουμε ένα ζευγάρι φύλλων και κόβουμε την κορυφή του όπως επίσης και το κάτω μέρος του σε σχήμα ράμφους.

Ο σχιστός εμβολιασμός είναι αυτός που εφαρμόζεται λιγότερο. Κάνουμε μια κατακόρυφη τομή βάθους 10 εκ. στην καρατομημένη επιφάνεια του κορμού ή του κλαδιού του υποκειμένου 

Σχιστός εμβολιασμός

 Ανοίγουμε ελαφρά τη σχισμή που μοιάζει με σφήνα και στις δύο αντίθετες κατά μήκος άκρες της τοποθετούμε δύο κεντριά μεταξύ του φλοιού και του ξύλου, έτσι ώστε οι ιστοί κεντριών και υποκειμένου να εφάπτονται πλήρως . Έπειτα αλείφουμε την πληγή με μαστίχα και δένουμε την περιφέρεια του κορμού. Τα κεντριά (μπόλια) πρέπει να έχουν μήκος Ι 5-20 εκ. , διάμετρο 1-2 εκ ., να φέρουν αρκετούς οφθαλμούς και να έχουν ληφθεί από νεαρά και υγιή κλαδιά. Ο σχιστός εμβολιασμός και ο εμβολιασμός στεφάνης πραγματοποιούνται στην αρχή του φθινοπώρου ή την άνοιξη .

 Στον εμβολιασμό με «κελί», τα μπόλια είναι μικρών διαστάσεων και φέρουν τουλάχιστον ένα ζευγάρι οφθαλμών. Τοποθετούνται μεταξύ φλοιού και ξύλου αφού πρώτα έχουμε αφαιρέσει ένα τριγωνικό κομμάτι φλοιού και ξύλου, κάνοντας μια πλάγια τομή προς το κέντρο του κορμού και μια κάθετη τομή στον κορμό του υποκειμένου. Αυτά τα αφαιρεθέντα κομμάτια κορμού τα ονομάζουμε «κελιά». Τα μπόλια που χρησιμοποιούμε είναι ενός έτους. Αυτός ο τύπος εμβολιασμού χρησιμοποιείται σε ελιές μεγάλης ηλικίας με σκοπό να δημιουργήσουμε νέα κλαδιά, ειδικά όταν κάνουμε αυστηρά κλαδέματα για την ανανέωση του δέντρου ή για τη διαμόρφωση συγκεκριμένου σχήματος. Δεν χρειάζεται να δέσουμε το μπόλι (είναι πολύ καλά κολλημένο μέσα στο φλοιό).


Εκτύπωση