ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΑ

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΙΑ

  Η ελιά είναι χωρίς αμφιβολία το δέντρο που αντιπροσωπεύει καλύτερα τον μεσογειακό πολιτισμό. Η ιστορία της είναι ένα μείγμα μύθου και πραγματικότητας, παραδόσεων και δοξασιών. Η μυθολογία λέει πως η θεά Αθηνά, αποδεχόμενη την πρόκληση του Ποσειδώνα, εμφάνισε ξαφνικά από τη γη το πρώτο δέντρο ελιάς γεμάτο άνθη και καρπούς. Για όλους, η ελιά αποτελεί το σύμβολο της ειρήνης: λέγεται, μάλιστα, ότι ο Αννίβας συμβούλεψε τους Καρχηδόνιους να συναντήσουν τον Σκιπίωνα, πάνω σε καράβια διακοσμημένα με κλαδιά ελιάς, έτσι ώστε να συμβιβαστούν για να κάνουν ειρήνη έπειτα από τους πολύ αιματηρούς πολέμους. Στα πιο πρόσφατα χρόνια, τον Ιούλιο του 1969, με την ευκαιρία της πρώτης αποβίβασης στο φεγγάρι, οι Αμερικανοί αστροναύτες, θέλοντας να αποθανατίσουν την επιτυχία του επιτεύγματος τους, έστησαν μια πινακίδα πάνω στην οποία είχαν τυπώσει ένα χρυσό κλαδί ελιάς, σύμβολο ειρήνης.

 Η χριστιανική θρησκεία θέλει ένα περιστέρι να φέρνει στον Νώε ένα κλαδί ελιάς ως σύμβολο του τέλους της θεϊκής οργής προς τον άνθρωπο. Οι Ρωμαίοι διακοσμούσαν τα αγάλματα των θεών με ένα κλαδί ελιάς ως ένδειξη σεβασμού.

Στις επαρχίες, η ελιά ήταν πάντα το σύμβολο της ελπίδας. Σε κάποιες περιοχές της βόρειας Ιταλίας, οι χωρικοί πετούσαν τα φύλλα της ελιάς μέσα στο τζάκι πιστεύοντας ότι έτσι προφυλάσσουν τα χωράφια από το χαλάζι, κρατώντας πάντα ένα απανθρακωμένο κλαδί ελιάς ενώ προσεύχονταν για να σταματήσει το κακό. Το δέντρο της ελιάς ήταν ωστόσο και ένα σύμβολο του θανάτου και της κακοτυχίας. Σε μερικά σιβυλλικά βιβλία είχε γραφτεί ότι στο ξέσπασμα ενός πολέμου ένα δέντρο ελιάς θα βυθιζόταν μέσα στη γη αφήνοντας ορατές μόνο τις άκρες των κλαδιών του. Σήμερα, είναι σύνηθες μεταξύ των Χριστιανών, την Κυριακή των Βαΐων, να διακοσμούν το σπίτι τους με ένα κλαδί ελιάς για να προστατεύουν την οικογένεια τους κατά τη διάρκεια του έτους, και να χρησιμοποιούν επίσης το λάδι σε πολλές εκκλησιαστικές γιορτές.
Αυτές οι σύντομες ιστορικές αναδρομές είναι μόνο μερικές ενδείξεις της χιλιετούς ιστορίας της ελιάς.

Η ελιά έχει χαρακτηρισθεί από την αρχαιότητα ως το δέντρο «πρίγκιπας», το σύμβολο της ειρήνης, της ομόνοιας, της σοφίας και της ευημερίας. Ήταν γνωστή από τους αρχαίους Αιγύπτιους και αργότερα καλλιεργήθηκε από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τους καρπού, εκτός από τη διατροφή τους, και για αρωματική και φαρμακευτική χρήση, για να ανάβουν τα δαδιά και τις λάμπες τους, αλλά και για να φτιάχνουν σαπούνια. Μεταξύ του 5.000 και του 1.400 π.χ. η ελιά ήταν γνωστή στη Συρία , την Παλαιστίνη και την Κρήτη. Σύμφωνα με αρχαιολογικές ανακαλύψεις, η παραγωγή λαδιού ανάγεται στην 5η χιλιετία π.χ. Στον βαβυλωνιακό κώδικα των Χαμουραμπί, πριν από 4.500 χρόνια, ένα ολόκληρο κεφάλαιο αναφέρεται στους πρώτους νόμους για το εμπόριο του λαδιού. Γύρω στο 500 π.χ., οι Έλληνες μετέφεραν τα πρώτα δένδρα ελιάς στη Σικελία , τη Σαρδηνία και την Καλαβρία, ενώ, από εκεί, οι φυτείες με ελιές θα έφταναν σιγά σιγά μέχρι την περιοχή της Ρώμης. Σήμερα, η καλλιέργεια της ελιάς αντιμετωπίζει δυσκολίες εξαιτίας της σημαντικής αύξησης του κόστους παραγωγής, της μη εναρμονισμένης αγροτικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στη , συχνά πολύ αποτελεσματική, προπαγάνδα των εταιρειών που παράγουν σπορέλαια και λάδι από λίπη , για να προωθήσουν τα προϊόντα τους .

Στην Ελλάδα καλλιεργούνται περί τα 7,5 εκατομμύρια στρέμματα με ελιές, εκ των οποίων περίπου τα 600.000 είναι βιολογικής καλλιέργειας. Η χώρα μας είναι 3η κατά σειρά σε ποσότητα παραγωγής ελαιόλαδου μετά από την Ισπανία και την Ιταλία, αν και η ποιότητα των λαδιών είναι σε πολλές περιπτώσεις εξαιρετική. Επίσης, καλλιεργούνται και ορισμένες εξαιρετικές ποικιλίες επιτραπέζιας ελιάς, όπως της Άμφισσας και της Καλαμάτας. Κύριες ελαιοπαραγωγές περιοχές της Ελλάδας είναι: σχεδόν ολόκληρη η Πελοπόννησος, η Μυτιλήνη, η Κέρκυρα, η Κρήτη, η περιοχή της Άμφισσας, ο νομός Φθιώτιδας, τα νησιά του Ιονίου, η Μαγνησία με το Πήλιο, η Εύβοια και η Αττική. Γενικά, η ελιά ευδοκιμεί στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, εκτός από εκείνες στις οποίες επικρατούν πολύ αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Η Olea europea (ελιά) ανήκει στην οικογένεια Oleacee (Ολεΐδες). Είναι δέντρο αειθαλές, που ζει πολλά χρόνια και τα φύλλα της ανανεώνονται κάθε δύο-τρία χρόνια. Έχει πολύ ανεπτυγμένο και απλωμένο ριζικό σύστημα, ικανό να εισχωρήσει ακόμα και ανάμεσα στα βράχια. Ο λαιμός της ελιάς, με την πάροδο των χρόνων, γίνεται πολύ σκληρός και γεμίζει ρόζους. Ο κορμός μπορεί να φτάσει τα I -2 μέτρα ύψος πάντα ανάλογα με την ποικιλία, το περιβάλλον και τον τρόπο καλλιέργειας. Ο κορμός είναι λείος και πρασινωπός στα νεαρά τμήματα και τραχύς και γκρίζος στα παλαιότερα. Το ξύλο είναι σκληρό, βαρύ και χρώματος κιτρινοκόκκινου. Τα φύλλα ανανεώνονται κάθε τρία χρόνια, έχουν χρώμα βαθύ πράσινο στο πάνω μέρος και ανοικτό ασημί στο κάτω και αλλάζουν σχήμα ανάλογα με την ποικιλία (μακρόστενα ή λογχοειδή).
Οι οφθαλμοί είναι γυμνοί και διαφοροποιούνται περίπου δύο μήνες πριν την άνθηση. Τα άνθη είναι λευκού χρώματος και σχηματίζουν ταξιανθίες που αποτελούνται από δέκα με σαράντα άνθη σε σχήμα τσαμπιού. Ο πρασινωπός κάλυκας αποτελείται από τέσσερα λευκά σέπαλα, στεφάνη μικρού σωλήνα, τέσσερα πέταλα χρώματος άσπρου , δύο στήμονες και έναν ύπερο με την ωοθήκη. Οι καρποί είναι διαφόρων διαστάσεων (από Ι έως Ι Ο γρ.) και σχημάτων, ανάλογα με το είδος της ποικιλίας . Όταν ωριμάσουν, παίρνουν μαύρο χρώμα. Στο εσωτερικό υπάρχει ένας πυρήνας ατρακτοειδούς σχήματος , πολύ σκληρός , ο οποίος προστατεύει ένα μόνο σπέρμα. Η άνθηση πραγματοποιείται από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Συχνά, παρατηρείται ανάσχεση της ανάμυξης της ωοθήκης και μόνο ένα Ι 0% των ανθών φτάνει στην πλήρη ωρίμανση και καρπόδεση. Το άνθος της ελιάς είναι ερμαφρόδιτο (το ίδιο φυτό φέρει άνθη θηλυκά και αρσενικά).
Αυτό επιτρέπει την αυτογονιμοποίηση του δέντρου με τα αναπαραγωγικά όργανα να ωριμάζουν συγχρόνως. Η ελιά ως δέντρο δεν φέρει νέκταρ και έτσι η μεταφορά της γύρης δεν μπορεί να γίνει από τις μέλισσες. Μερικές ποικιλίες είναι αυτόστειρες και ανεμόφιλες, δηλαδή η γονιμοποίηση γίνεται με τη βοήθεια του ανέμου μεταξύ δέντρων που μπορεί να βρίσκονται και σε μεγάλες αποστάσεις το ένα από το άλλο.
Οι ελιές ωριμάζουν την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου και Φεβρουάριου: η χρονική στιγμή κατά την οποία θα πρέπει να μαζευτούν εξαρτάται από τη θέση του ελαιώνα, την έκθεση στον αέρα και στο φως και τις μετεωρολογικές και κλιματικές συνθήκες που έχουν επικρατήσει στην περιοχή κατά τη διάρκεια του έτους.
Ένα δέντρο ελιάς που καλλιεργείται με παραδοσιακές μεθόδους μπορεί να παράγει από 20 έως 50 κιλά καρπό το χρόνο.
Ο καρπός της ελιάς αποτελείται από 35-40% νερό και 15-35% λάδι. Οι στερεές ουσίες (κυτταρίνη, ζάχαρα, πρωτεΐνες) περιέχονται σε ποσοστό περίπου 25-40%.
Το λάδι βρίσκεται στην ψίχα σε ποσοστό (96%) και σε ένα μικρό ποσοστό στον πυρήνα (4% περίπου).
Το πλήθος των καλλιεργούμενων ποικιλιών είναι σημαντικό: περίπου πεντακόσιες, από τις οποίες οι τετρακόσιες είναι επίσημα εγγεγραμμένες. Μετά από πολλούς αιώνες καλλιέργειας και διαλογής ποικιλιών, βρέθηκαν ποικιλίες ανθεκτικές στο κρύο, ποικιλίες ιδιαίτερα παραγωγικές και ποιοτικές για τον καρπό τους ή το λάδι, όπως επίσης και ανθεκτικές στις διάφορες αρρώστιες. Η επιλογή της ποικιλίας που θέλουμε να καλλιεργήσουμε έχει μεγάλη σημασία ώστε να παραγάγουμε λάδι και βρώσιμες ελιές ποιότητος.

Η Olea europea είναι διαδεδομένη σε όλες τις χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο θάλασσα. Τη συναντάμε επίσης στην Καλιφόρνια, την Αργεντινή, το Μεξικό, την Αυστραλία και την Κίνα. Όμως, το λάδι που παράγεται στη Μεσόγειο δεν συγκρίνεται με κανένα όσον αφορά τη νοστιμιά και το άρωμα.
Στην Ελλάδα, η περιοχή με τη μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Κρήτη και ακολουθεί η Πελοπόννησος.
Μια παροιμία λέει ότι για να βγει καλό, το λάδι έχει ανάγκη από πέντε πράγματα: «ησυχία, ξηρασία, μοναξιά, ήλιο και πετρώδες έδαφος». Από τεχνικής πλευράς, η ελιά έχει ανάγκη από ένα κλίμα ήπιο, χωρίς μεγάλες θερμικές διακυμάνσεις, με θερμοκρασίες που δεν πέφτουν κάτω από -5° C. ΓΓ αυτό, προτιμά το κλίμα των παραθαλάσσιων περιοχών παρά εκείνο των ορεινών (μέγιστο ανεκτό υψόμετρο 800 μ.).
Πριν προχωρήσουμε στην εγκατάσταση του ελαιώνα, είναι καλό να κάνουμε μια έρευνα στην περιοχή που έχουμε επιλέξει. Παρατηρώντας τα αποτελέσματα άλλων παραγωγών από την καλλιέργεια ελιάς και τα πρακτικά προβλήματά τους μπορούμε να επιλέξουμε ποια είναι η πιο κατάλληλη ποικιλία για να καλλιεργήσουμε. Αν και το δέντρο της ελιάς έχει ιδιαίτερη προσαρμοστικότητα και ζωντάνια, είναι πολύ απαιτητικό σε ορισμένες περιβαλλοντικές συνθήκες.
Η βλάστηση ξεκινά όταν η θερμοκρασία φτάσει στους 10-11°C και το δέντρο καρποδένει στους 21-22° C. Η ελιά είναι ευαίσθητη στα κρύα και στους παγετούς (στους -7° C παγώνει), ενώ δεν ανέχεται την υγρασία. Ο ελαιώνας πρέπει να εγκαθίσταται σε περιοχές ανοιχτές και αεριζόμενες, ώστε να μην πιάνει εύκολα πάγος και ομίχλη, και να μην εκτίθεται προς το Βορρά, εκτός εάν βρίσκεται σε κάποιες ζεστές περιοχές του Νότου.
Τα στάσιμα νερά είναι πολύ επικίνδυνα για το ριζικό σύστημα της ελιάς, γι αυτό και είναι απαραίτητη η καλή αποστράγγιση του εδάφους. Το αργιλοασβεστώδες έδαφος με μια ικανοποιητική ποσότητα οργανικής ουσίας είναι ιδανικό για την καλλιέργεια της ελιάς, αν και το δέντρο αυτό προσαρμόζεται και σε άλλους τύπους εδαφών. Η ελιά έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε ασβέστιο (η απουσία του προκαλεί το φαινόμενο του ραχιτισμού) και γι αυτό το λόγο θα πρέπει να αποφεύγονται τα πολύ όξινα εδάφη (ρΗ<5), τα οποία δεν μπορούμε να εμπλουτίσουμε με τις απαιτούμενες ποσότητες ασβεστίου...


Γενικές Κατευθύνσεις

Άζωτο

Το άζωτο αποτελεί για την ελιά το σπουδαιότερο στοιχείο και επηρεάζει άμεσα τόσο τη βλάστηση όσο και την καρποφορία της. Έμμεσα, μπορεί να επηρεάσει και το βαθμό παρενιαυτοφορίας των δένδρων. Η αντίδραση των ελαιόδενδρων στη χορήγηση αζώτου είναι ιδιαίτερα εμφανής σε εδάφη χαμηλής γονιμότητας και όταν η εδαφική υγρασία δεν αποτελεί έντονο περιοριστικό παράγοντα. Έτσι, ανάλογα με τη γονιμότητα του εδάφους και την εδαφική υγρασία, συνιστάται ετήσια χορήγηση αζώτου 500-1500 γρ Ν/δένδρο ή 5-15 κιλά Ν/στρέμμα (1 κιλό Ν = 5 κιλά περίπου θειικής αμμωνίας, 3 κιλά νιτρικής αμμωνίας, 4 κιλά ασβεστούχου αμμωνίας ή 2 κιλά ουρίας). Ο υπολογισμός ανά δένδρο προτιμάται για αραιής φύτευσης ελαιώνες, ενώ ο υπολογισμός κατά στρέμμα για ελαιώνες πυκνής φύτευσης (πάνω από 10 δένδρα/στρέμμα).

 Σε μη αρδευόμενους ελαιώνες, η ετήσια βροχόπτωση και η διαθέσιμη εδαφική υγρασία παίζουν βασικό ρόλο στον καθορισμό του ύψους της αζωτούχου λίπανσης:

 α) Σε περιοχές με μέση ετήσια βροχόπτωση κάτω από 400 mm, η χορήγηση αζώτου πρέπει να γίνεται με προσοχή. Για τις περιοχές αυτές έχει προταθεί χορήγηση 100 γρ Ν/δένδρο/100 mm βροχής (ή 1 κιλό Ν/στρέμμα/100 mm βροχής).

 β) Σε περιοχές με μέση ετήσια βροχόπτωση 400-700 mm, η χορηγούμενη ποσότητα αζώτου μπορεί να αυξάνεται αναλογικά μέχρι 1500 γρ N/δένδρο.

 γ) Σε περιοχές με ετήσια βροχόπτωση πάνω από 700 mm, ή αρδευόμενους ελαιώνες, χορηγείται άζωτο ανάλογα με τη γονιμότητα του εδάφους, μέχρι 1500 Ν/δένδρο.

 Ο ελαιοκαλλιεργητής μπορεί να παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα της αζωτούχου λίπανσης και να κάνει τις απαραίτητες διορθώσεις:

 Από το μήκος της ετήσιας βλάστησης. Αν αυτό δεν είναι ικανοποιητικό, θα πρέπει να αυξήσει την ποσότητα του αζώτου, εφόσον δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι (ασθένειες, ζημιά ριζών, κλπ). Αν το μήκος της ετήσιας βλάστησης είναι υπερβολικό, θα πρέπει να μειώσει την ποσότητα του αζώτου.

 Με φυλλοδιαγνωστική. Η αζωτούχος λίπανση προσαρμόζεται ώστε η περιεκτικότητα των φύλλων σε άζωτο να είναι το χειμώνα μέσα στα όρια 1,6- 1,8%. Κρίσιμη περίοδος κατά την οποία τα ελαιόδενδρα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους το απαιτούμενο άζωτο είναι από τις αρχές Μαρτίου έως τον Ιούνιο, όπου γίνεται η διαφοροποίηση των ανθοφόρων οφθαλμών και η εξέλιξή τους σε καρπούς. Σε ξηρικούς ελαιώνες, η αζωτούχος λίπανση γίνεται με την προσθήκη στο έδαφος του αζωτούχου λιπάσματος την περίοδο Δεκεμβρίου – Φεβρουαρίου, ώστε το άζωτο να είναι διαθέσιμο στην κρίσιμη περίοδο. Στην Ανατολική Ελλάδα (λίγες βροχοπτώσεις) η χορήγηση θα πρέπει να γίνεται στην αρχή της περιόδου αυτής, ενώ στη Δυτική προς το τέλος.

 Υπερβολικές ποσότητες αζώτου πριν την καρπόδεση μπορεί να οδηγήσουν σε υπερβολικό φορτίο με αποτέλεσμα μικροκαρπία (επιτραπέζιες ποικιλίες) και παρενιαυτοφορία. Αντίθετα, ανεπάρκεια αζώτου και μετά την καρπόδεση, θα δώσει καλό μήκος νέας βλάστησης και ικανοποιητική καρποφορία την επόμενη χρονιά.

 Η χορήγηση αζώτου στα κρίσιμα στάδια μπορεί να γίνει με διαφυλλική λίπανση. Καλά αποτελέσματα έχει δώσει η ουρία σε αραίωση μέχρι 3-4%. Η διαφυλλική λίπανση είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική σε ξηρικούς ελαιώνες στους οποίους η απορρόφηση αζώτου μέσω των ριζών είναι πολύ περιορισμένη.

 Φωσφόρος

Σπάνια παρατηρείται έλλειψη του θρεπτικού αυτού στοιχείου στα ελαιόδενδρα και συνήθως δεν είναι αναγκαία η τακτική φωσφορική λίπανσή τους, ιδιαίτερα όταν επί σειρά ετών χορηγούνται σύνθετα λιπάσματα του τύπου 11-15-15.

 Έτσι, δεν είναι σκόπιμη η χορήγηση φωσφόρου:

 1) Σε ελαιώνες που στο παρελθόν έγινε άφθονη φωσφορική λίπανση (είτε στα ίδια τα ελαιόδενδρα, είτε σε προηγούμενες καλλιέργειες) πριν την εγκατάσταση των δένδρων.

 2) Σε ελαιώνες που λόγω ανεπαρκούς εδαφικής υγρασίας δέχονται μόνο μικρές ποσότητες αζώτου.

 Δεν αποκλείεται όμως να είναι χρήσιμη η φωσφορική λίπανση σε ελαιώνες που δεν δέχθηκαν στο παρελθόν φωσφόρο (ιδιαίτερα αν τα δένδρα καλλιεργούνται σε όξινα εδάφη ή σε εδάφη με υψηλή περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο). Το ίδιο ισχύει και για ελαιώνες που φυτεύτηκαν σε αβαθή, άγονα εδάφη από πρόσφατη εκχέρσωση, καθώς και για νέους ελαιώνες (1-10 ετών) στους οποίους γίνεται άρδευση και χορηγείται κάθε χρόνο άφθονο άζωτο.

 Οι περιπτώσεις όπου χρειάζεται προσθήκη φωσφόρου εντοπίζονται με φυλλοδιαγνωστική. Περιεκτικότητα των φύλλων το χειμώνα σε φωσφόρο γύρω στο 0,09- 0,10% και σχέση Ν/P γύρω στο 20, δείχνουν ότι η φωσφορική λίπανση είναι σκόπιμη. Με υψηλότερες τιμές φωσφόρου στα φύλλα ή με κατώτερη αναλογία Ν/Ρ δεν πρέπει να αναμένεται αντίδραση των δένδρων στη φωσφορική λίπανση.

 Αν χρειάζεται φωσφορική λίπανση συντήρησης, αυτή συνιστάται να γίνεται με μικρή ποσότητα λιπάσματος που δε θα υπερβαίνεται το 1/3–1/5 του χορηγούμενου αζώτου. Έτσι, αν υποθέσουμε ότι χορηγείται 1 κιλό Ν/δένδρο (πχ 5 κιλά θειϊκής αμμωνίας), τότε ο φωσφόρος που συνιστάται να χορηγηθεί δεν υπερβαίνει τα 200-350 γρ Ρ2Ο5/δένδρο (δηλ. 1,0-1,7 κιλά υπερφωσφορικού 0-20-0). Ως πρακτικότερο συνιστάται χορήγηση 500 γρ Ρ2Ο5/δένδρο (δηλ 2,5 κιλά υπερφωσφορικού 0-20-0) ανά διετία.

 Μόνο σε περιπτώσεις έντονης έλλειψης φωσφόρου (σε εδάφη που δεσμεύουν το φωσφόρο) χρειάζεται ισχυρή φωσφορική λίπανση της τάξης των 4-5 κιλών Ρ2Ο5/δένδρο (δηλ 20-25 κιλά υπερφωσφορικού 0-20-0) για δένδρα πλήρους ανάπτυξης. Για νεαρά ελαιόδενδρα, τα οποία είναι πιο ευπαθή στην τροφοπενία φωσφόρου, χορηγείται μικρότερη ποσότητα (1-8 κιλά 0-20-0) ανάλογα με την ηλικία και την ανάπτυξη των δένδρων.

 Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της τροφοπενίας φωσφόρου, είναι μια διάστικτη χλώρωση των φύλλων, η οποία όμως δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο για διάγνωση, επειδή συχνά συνδέεται και με άλλα αίτια (περίσσεια αζώτου). Ασφαλής διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο με φυλλοδιαγνωστική.

 Κάλιο

Η ελιά είναι ιδιαίτερα απαιτητική στο στοιχείο αυτό.

 Είναι γνωστό ότι σε χρονιές υψηλής παραγωγής μεγάλες ποσότητες καλίου απομακρύνονται με το συγκομιζόμενο ελαιόκαρπο και το κλάδεμα. Για μέγιστη παραγωγή και άριστη ποιότητα, η ελιά χρειάζεται τακτική καλιούχο λίπανση, ιδιαίτερα σε ελαιώνες στους οποίους για πολλά χρόνια δεν έχει χορηγηθεί κάλιο.

 Το ύψος της καλιούχου λίπανσης θα πρέπει να καθορίζεται με βάση το ύψος της αζωτούχου λίπανσης.

 Σε ελαιώνες, στους οποίους στο παρελθόν δεν έγινε καλιούχος λίπανση, καλό είναι για μερικά χρόνια να δοθεί κάλιο σε ποσότητα διπλάσια από το χορηγούμενο άζωτο. Αν για παράδειγμα χορηγείται 0,5 κιλό Ν/δένδρο (2,5 κιλά θειϊκή αμμωνία) τότε θα πρέπει να δοθεί 1 κιλό Κ2Ο/δένδρο (2 κιλά θειϊκό κάλιο). Στη συνέχεια, μειώνουμε την ποσότητα του καλίου στη δόση συντήρησης, η οποία είναι ίση με τη δόση του αζώτου (Κ2Ο=Ν). Μετά από χρονιές πολύ υψηλής καρποφορίας, καλό είναι να αυξήσουμε πάλι τη δόση του καλίου για συμπλήρωση των αποθεμάτων των ελαιόδενδρων. Η φυλλοδιαγνωστική, όπου υπάρχει δυνατότητα να γίνεται, μπορεί να μας κατευθύνει καλύτερα και στην περίπτωση της καλιούχου λίπανσης.

 Οι συνηθέστερες τροφοπενίες

 Τροφοπενία Βορίου

 Είναι μια από τις πιο συνηθισμένες και σοβαρές τροφοπενίες της ελιάς στην Ελλάδα. Παρατηρείται τόσο σε νεαρά όσο και σε αιωνόβια δένδρα. Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της τροφοπενίας βορίου είναι ότι τα κορυφαία φύλλα στους νέους βλαστούς έχουν το ακραίο 1/3-2/3 τμήμα τους χλωρωτικό (αρχικά πρασινοκίτρινο στη συνέχεια κίτρινο/πορτοκαλί).

 Σταδιακά, το σύμπτωμα αυτό εμφανίζεται και στα φύλλα της βάσης των βλαστών, τα οποία μπορεί να εμφανίσουν και ξήρανση στην κορυφή τους. Σε πιο προχωρημένο στάδιο της τροφοπενίας παρατηρείται μικροφυλλία, παραμόρφωση φύλλων (έχουν σχήμα ροπάλου) και έντονη φυλλόπτωση. Σε κλάδους που εμφανίζουν συμπτώματα στα φύλλα, αν αφαιρεθεί με μαχαιρίδιο λεπτό στρώμα του φλοιού, φαίνεται ένας καστανός χρωματισμός που οφείλεται σε νέκρωση του καμβίου. Το σύμπτωμα αυτό είναι χαρακτηριστικό και επιβεβαιώνει την έλλειψη του βορίου.

Έτσι, δένδρα που υποφέρουν από έλλειψη βορίου φαίνονται από απόσταση σαν χλωρωτικά ενώ καθυστερούν σημαντικά την έναρξη της νέας βλάστησης την άνοιξη. Φύλλα από δένδρα που πάσχουν, περιέχουν βόριο λιγότερο από 20 ppm, ενώ φύλλα από φυσιολογικά δένδρα περιέχουν βόριο πάνω από 20 ppm (επί ξηρού βάρους).

Προστίθενται στο έδαφος 300-500 γρ βόρακα ανά δένδρο πλήρους ανάπτυξης, ενώ σε νεότερα δένδρα χορηγούνται μικρότερες ποσότητες (10 γρ ανά έτος ηλικίας από την στιγμή φύτευσης στο χωράφι). Για γρηγορότερη αντίδραση των δένδρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η υδατοδιαλυτή μορφή του βορίου (Solubor, κ.ά.) με διαφυλλική εφαρμογή ή μέσω του δικτύου άρδευσης αν υπάρχει.

 Τροφοπενία Καλίου

Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της τροφοπενίας αυτής είναι ένας μεταχρωματισμός των φύλλων (απόχρωση ορείχαλκου) που αρχίζει από την κορυφή του ελάσματος και σταδιακά καταλαμβάνει ολόκληρο το φύλλο ή το μεγαλύτερο μέρος του. Παράλληλα, παρατηρείται ξήρανση στο κορυφαίο τμήμα του φύλλου κατά 1/3-2/3 του μήκους του.

 Παρατηρούνται επίσης, μικρό μήκος νέας βλάστησης, μικροφυλλία, φυλλόπτωση και ξήρανση κλαδίσκων. Σε προχωρημένο στάδιο της τροφοπενίας, η παραγωγή του δένδρου μειώνεται πολύ.

 Η διάγνωση με τα παραπάνω συμπτώματα μόνο δεν είναι ασφαλής. Χρειάζεται επιβεβαίωση με ανάλυση φύλλων. Εάν η περιεκτικότητα των φύλλων σε κάλι είναι 0,1-0,3% (επί ξηρού βάρους) τότε μπορούν τα συμπτώματα να αποδοθούν με βεβαιότητα στην τροφοπενία καλίου. Δένδρα που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα έχουν περιεκτικότητα καλίου στα φύλλα που κυμαίνεται από 0,4 μέχρι 1,7%.

Πολλές φορές η τροφοπενία καλίου οφείλεται στη ξηρασία (δέσμευση καλίου από τα κολλοειδή της αργίλου) και στην αδυναμία των δένδρων να απορροφήσουν κάλιο από το έδαφος. Καλλιεργητικές φροντίδες που συμβάλλουν σε μεγαλύτερη ανάπτυξη του ριζικού συστήματος των δένδρων και στην εξασφάλιση επαρκούς υγρασίας στο έδαφος, διορθώνουν ή τουλάχιστον αμβλύνουν το πρόβλημα.

Στις περιπτώσεις που τα εδάφη δεσμεύουν κάλιο, είναι απαραίτητη η προσθήκη μεγαλύτερων ποσοτήτων καλιούχου λιπάσματος. Συνήθως χορηγούνται 10-15 κιλά θειϊκού καλίου ανά δένδρο μέσης ανάπτυξης.

 Εναλλακτικά, μπορεί να χορηγηθεί το μισό κάλι το χειμώνα σε μορφή θειϊκού καλίου και να γίνουν συμπληρωματικές λιπάνσεις με υδατοδιαλυτό νιτρικό κάλιο μέσω του δικτύου άρδευσης, αν υπάρχει. Το νιτρικό κάλι χορηγείται με την υδρολίπανση σε δόση 300-500 γρ/δένδρο μετά την καρπόδεση.

 Τροφοπενίες Ασβεστίου και Μαγνησίου

 Τα κυριότερα συμπτώματα της έλλειψης ασβεστίου είναι η χλώρωση του ακραίου τμήματος των φύλλων, όπως και στην τροφοπενία βορίου, που όμως συνοδεύεται με λεύκανση των νεύρων στην περιοχή  του χλωρωτικού τμήματος των παλαιών φύλλων. Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της έλλειψης μαγνησίου είναι η χλώρωση των φύλλων που αρχίζει από την κορυφή ή τα πλάγια του ελάσματος και προοδευτικά καταλαμβάνει ολόκληρη την επιφάνειά του, η έντονη φυλλόπτωση και η φτωχή βλάστηση.

 Η διόρθωση της τροφοπενίας ασβεστίου γίνεται μάλλον εύκολα με προσθήκη 5-10 κιλών οξειδίου του ασβεστίου ή μαρμαρόσκονης ανά ελαιόδενδρο.

 Προσδιορισμός του pH του εδάφους πριν την εγκατάσταση του ελαιώνα και προσθήκη ασβεστίου μετά από χημική ανάλυση, είναι η σωστότερη και μονιμότερη μέθοδος.

 Η τροφοπενία μαγνησίου διορθώνεται με την προσθήκη 300-500 γρ οξειδίου του μαγνησίου (πχ 1,2- 2,0 κιλά/δένδρο κιζερίτη ή 3,0-5,0 κιλά θειϊκό καλιομαγνήσιο, που περιέχει και κάλιο για ταυτόχρονη λίπανση με το στοιχείο αυτό) ή με ψεκασμό των δένδρων με 2-4% διάλυμα υδατοδιαλυτού θειϊκού μαγνησίου.

 Αζωτούχα Λιπάσματα

 Τα αζωτούχα λιπάσματα που χρησιμοποιούνται συνήθως στην ελιά είναι τα παρακάτω:

 Θειϊκή αμμωνία. Διατίθεται σε δύο μορφές:

  Κρυσταλλική (21-0-0) και

 Κοκκώδης (20,5-0-0)

 Η θειϊκή αμμωνία περιέχει επίσης 23-24% θείο. Είναι κατάλληλη για ασβεστούχα–αλκαλικά εδάφη, στα οποία λόγω της μείωσης του pH στη ριζόσφαιρα, αυξάνει τη διαλυτότητα του φωσφόρου και των ιχνοστοιχείων (σίδηρος, ψευδάργυρος κλπ). Δεν συνιστάται η χρήση της σε όξινα εδάφη. Η κοκκώδης μορφή προσφέρεται ιδιαίτερα για μηχανική διασπορά με λιπασματοδιανομείς.

 Για την αποφυγή μεγάλων απωλειών από εξαέρωση αμμωνίας, συνιστάται η εφαρμογή της να γίνεται με ενσωμάτωση στο έδαφος (φρεζάρισμα).

Το άζωτο βρίσκεται σε αμμωνιακή μορφή, η οποία δεν απομακρύνεται εύκολα από το έδαφος. Γίνεται διαθέσιμο στα φυτά, κυρίως μετά από σταδιακή μετατροπή σε νιτρική μορφή, μέσα σε λίγες εβδομάδες από την εφαρμογή. Έχει έτσι καλή υπολειμματική δράση και προσφέρεται για λιπάνσεις νωρίς στην καλλιεργητική περίοδο.

 Νιτρική αμμωνία. Διατίθεται σε κοκκώδη μορφή με περιεκτικότητα σε άζωτο 33-34,5% (33,5-0-0 ή 34,5-0- 0 κ.ά.).

 Είναι πολύ ευδιάλυτη στο έδαφος, όπου με ελάχιστη υγρασία παρέχει στα φυτά άζωτο σε νιτρική και αμμωνιακή μορφή. Το νιτρικό άζωτο, το οποίο είναι άμεσα αφομοιώσιμο από τα φυτά, δεν συγκρατείται στο έδαφος και όσο δεν έχει απορροφηθεί από τις ρίζες εκπλύνεται προς το υπέδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα και χάνεται μολύνοντας το περιβάλλον.

 Το αμμωνιακό άζωτο αντίθετα συγκρατείται από το έδαφος και γίνεται σταδιακά διαθέσιμο στα φυτά μέσα σε λίγες εβδομάδες. Έχει μικρότερη υπολειμματική πρέπει να αποφεύγεται σε όξινα εδάφη και σε υγρές περιοχές, ακόμα και σε ουδέτερα εδάφη, γιατί προκαλεί σταδιακή οξίνιση του εδάφους.

 Ασβεστούχος νιτρική αμμωνία. Διατίθεται σε κοκκώδη μορφή και είναι μείγμα νιτρικής αμμωνίας και ανθρακικού ασβεστίου (γύψος), με περιεκτικότητα σε άζωτο 26-28%. Προσφέρεται για χρήση αντί της θειϊκής ή νιτρικής αμμωνίας, σε όξινα εδάφη καθώς και σε περιοχές με υγρό κλίμα για την αποφυγή της οξίνισης των εδαφών.

 Ουρία. Είναι ευδιάλυτη στο νερό και περιέχει το άζωτο σε οργανική μορφή (45-46% Ν). Είναι πηγή αζώτου βραδείας δράσεως (γιατί πρέπει πρώτα να μετατραπεί σε αμμωνία για να γίνει αφομοιώσιμη) και αυτό περιορίζει τις απώλειες νιτρικού αζώτου από έκπλυση.

 Στο έδαφος έχει οξεογόνο επίδραση, ενώ στα ασβεστούχα εδάφη παρατηρούνται έντονες απώλειες λόγω εξαέρωσης της αμμωνίας. Για την αποφυγή των απωλειών αυτών, θα πρέπει η χορήγηση της ουρίας να γίνεται με άμεση ενσωμάτωση ή με εφαρμογή άρδευσης αμέσως μετά τη διασπορά ή τέλος με υδρολίπανση. Στην ελιά συνιστάται για συμπληρωματική αζωτούχα λίπανση με διαφυλλικούς ψεκασμούς, καθώς και για υποβοήθηση της απορρόφησης ιχνοστοιχείων από τα φύλλα. Για αποφυγή τοξικοτήτων στις καλλιέργειες θα πρέπει οι προσμίξεις διουρίας να είναι μικρότερες από 2% για εφαρμογή ουρίας από το έδαφος και μικρότερες από 0,25% για διαφυλλική εφαρμογή.

 Καλιούχα Λιπάσματα

 Τα παρακάτω καλιούχα λιπάσματα χρησιμοποιούνται συνήθως στην ελιά

 Θειικό κάλιο. Διατίθεται σαν σκόνη ή κοκκώδες για εφαρμογή στο έδαφος και σε κρυσταλλική (υδατοδιαλυτή) μορφή για εφαρμογή με υδρολίπανση ή διαφυλλικούς ψεκασμούς. Περιέχει 48-50% Κ2Ο και γύρω στο 17% S. Έχει χαμηλό δείκτη αλατότητας και ενδείκνυται για εδάφη με προβλήματα αλατότητας. Για εφαρμογή με υδρολίπανση έχει το μειονέκτημα της βραδείας διαλυτοποίησης σε θερμοκρασίες κάτω από 20οC.

 Νιτρικό κάλιο. Διατίθεται σε κρυσταλλική ή σε κοκκώδη μορφή. Είναι πολύ ευδιάλυτο και προσφέρεται ιδιαίτερα για εφαρμογή με υδρολίπανση ή διαφυλλικούς ψεκασμούς. Είναι πηγή καλίου (46% Κ2Ο) αλλά και νιτρικού αζώτου (13% Ν). Συνιστάται για διαφυλλική λίπανση και μέσω του αρδευτικού συστήματος.

 Θειϊκό καλιομαγνήσιο Patentkali®. Είναι μίγμα λιπάσματος θειϊκού καλίου και θειϊκού μαγνησίου. Περιέχει 28% K2O, 8% Mg και 18% S. είναι προϊόν της BASF, και συνιστάται για καλλιέργειες που απαιτούν μαγνήσιο αλλά είναι ευαίσθητες στο χλώριο.

 Φωσφορικά Λιπάσματα

 Για προσθήκη στο έδαφος συνιστώνται:

 1) Το απλό υπερφωσφορικό (τύπος 0-20-0) ή

 2) Το τριπλό υπερφωσφορικό (τύπος 0-46-0), τα οποία διατίθενται σε κοκκώδη μορφή.

  Για εφαρμογή με υδρολίπανση συνιστώνται τα κρυσταλλικά υδατοδιαλυτά :

 1) Φωσφορικό μονοαμμώνιο (τύπος 12-61-0) και

 2) Φωσφορικό διαμμώνιο (τύπος 21-53-0).

 Λιπάσματα Βορίου

     Για την πρόληψη και τη θεραπεία της τροφοπενίας βορίου μπορεί να γίνει προσθήκη στο έδαφος του βόρακα ή εφαρμογή με υδρολίπανση (ή και με διαφυλλικούς ψεκασμούς) διαφόρων διαλυτών μορφών βορίου που διατίθενται στην αγορά.


Ο εγγενής πολλαπλασιασμός της ελιάς γίνεται με τη βοήθεια των πυρήνων που βρίσκονται μέσα στους καρπούς της.
Οι πυρήνες που προορίζονται για σπορά, λαμβάνονται μόνο από υγιείς και ώριμους καρπούς. Πλένονται και, για να συντηρηθούν, τοποθετούνται μέσα σε λεπτή και υγρή άμμο.
Πριν τη σπορά, θα πρέπει να σπάμε εγκάρσια τον πυρήνα χωρίς βέβαια να τραυματίζουμε το σπέρμα.
Η σπορά στο σπορείο γίνεται τον Ιούλιο-Αύγουστο και η μεταφύτευση των φυταρίων ακολουθεί, την επόμενη άνοιξη. Την άνοιξη του δεύτερου έτους, όταν το νεαρό φυτό έχει φτάσει σε ύψος τα 50 εκ„ μπορούμε να κάνουμε τον εμβολιασμό με κέντρωμα στη στεφάνη και κέντρωμα με μάτι.
Τον Οκτώβριο του δεύτερου έτους, το δέντρο μεταφυτεύεται στο φυτώριο μοσχευμάτων σε μια απόσταση μεταξύ των φυτών: 1,0 χ 0,40 μ. Αυτή την περίοδο θα πρέπει να αυξήσουμε τις ποσότητες χωνεμένης κοπριάς με την προσθήκη στάχτης ξύλου ή χρησιμοποιώντας κάποιο λίπασμα πλούσιο σε κάλιο. Το έδαφος, επίσης, θα πρέπει να είναι καθαρό από αγριόχορτα και από παραφυάδες. Αν κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να υποστυλώσουμε τα νεαρά φυτά με καλάμια έτσι ώστε να αποφύγουμε σπασίματα που οφείλονται σε ακατάλληλες κλιματικές συνθήκες.
Τον πέμπτο-έκτο χρόνο το νεαρό φυτό είναι έτοιμο να μεταφυτευθεί στο ύπαιθρο, αρκεί να έχει φτάσει σε ένα ύψος 1,5-2,0 μ. και να έχει περίμετρο κορμού 6-7 εκ. Η ελιά που έχει πολλαπλασιαστεί με την παραπάνω μέθοδο δεν έχει κληρονομήσει τα ίδια χαρακτηριστικά του μητρικού φυτού, οπότε είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός της.

 Πολλαπλασιασμός με τη φυτική διαδικασία (αγενής)

   Ο αγενής πολλαπλασιασμός εκμεταλλεύεται τα ζωντανά μέρη του μητρικού φυτού (γόγγρο, παραφυάδα, μόσχευμα) διατηρώντας ακέραια όλα τα αρχικά χαρακτηριστικά του. Ο πολλαπλασιασμός με τη μέθοδο της παραφυάδας γίνεται αποσπώντας με προσοχή τις χαμηλές παραφυάδες (που έχουν μήκος τουλάχιστον 80-100 εκ.) από το μητρικό φυτό, αφαιρώντας πάντα και ένα μικρό μέρος παλαιού ξύλου. Αυτές οι παραφυάδες στη συνέχεια φυτεύονται στο φυτώριο, όπου σε λίγο θα αναμύξουν το δικό τους ριζικό σύστημα . Σε διάστημα δύο χρόνων μπορούμε να τις μεταφυτεύσουμε στο ύπαιθρο. Η αναπαραγωγή με γόγγρους (όζους) του μητρικού φυτού είναι μια διαδικασία αρκετά επώδυνη για το φυτό, οπότε χρησιμοποιείται σπανίως. Ο γόγγρος είναι ένα εξόγκωμα οφθαλμού το οποίο μοιάζει με αυγό, και γεννιέται κατά μήκος του κορμού. Αποσπάται το Φεβρουάριο-Μάρτιο με ένα μαχαίρι (η πληγή θα πρέπει να λειανθεί και να απολυμανθεί), καθαρίζεται και σκεπάζεται από πολτό αργίλου και χωνεμένη κοπριά. Έπειτα, τοποθετείται σε βαθιές τρύπες, μήκους 15- 20 εκ., και σκεπάζεται από ένα μείγμα χώματος ή κοπριάς και στάχτης. Μετά από περίπου δύο μήνες θα αρχίσουν να βγαίνουν οι πρώτοι βλαστοί και θα επιλέξουμε από τους καλύτερους το πολύ δύο.

Η αναπαραγωγή με τη μέθοδο του μοσχεύματος γίνεται με την αφαίρεση ενός νεαρού υγιούς καρποφόρου κλαδιού από το μητρικό φυτό. Το κάτω μέρος αυτού του κλαδιού θα αναπτύξει μέσα στο χώμα ρίζες, ενώ το πάνω μέρος του θα μας δώσει βλαστούς και κλαδιά. Το μόσχευμα θα πρέπει να είναι χοντρό, ευθυτενές, με φλοιό πράσινο, χυμώδη, και με μήκος 90-100 εκ. Πριν το τοποθετήσουμε στο χώμα, αφαιρούμε τους πλαϊνούς βλαστούς και κόβουμε το κάτω μέρος του.

 Η καλύτερη περίοδος για να μαζέψουμε μοσχεύματα είναι το φθινόπωρο-χειμώνα. Τα μοσχεύματα φυτεύονται στο φυτώριο σε βάθος 30 εκ. και σε μια απόσταση 50 εκ. μεταξύ τους και λιπαίνονται με χωνεμένη κοπριά.
Την άνοιξη, τα μοσχεύματα εκπτύσσουν πλευρικούς βλαστούς οι οποίοι πρέπει να αφαιρούνται για να ευνοηθεί η ανάπτυξη των κυρίων βλαστών. Μετά από δύο χρόνια, τα μεταφυτεύουμε στο ύπαιθρο. Με τον εμβολιασμό (μπόλιασμα) οι ιστοί ενός είδους ενώνονται με αυτούς ενός άλλου, με αποτέλεσμα η δομή και η σύσταση των επίγειων οργάνων να τροποποιούνται. Επίσης, τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας από την οποία προέρχεται το μπόλι, κληροδοτούνται στο υποκείμενο. Από αυτή την ένωση προκύπτει ένας μόνιμος και αναλλοίωτος ιστός. Συχνά, όμως, η τήξη και αφομοίωση των ιστών αποτυγχάνει, με αποτέλεσμα ο ρόζος του σημείου συγκόλλησης να τείνει να αποκολληθεί. Το μπόλιασμα πρέπει να γίνει σε ημέρες ξηρές, χωρίς άνεμο, όταν το δένδρο έχει πλεόνασμα χυμών, συνήθως τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο ή το Μάρτιο. Τα μπόλια πρέπει να προέρχονται από φυτά υγιή με πολύ καλή καρποφορία (πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όσον αφορά τις μεταλλάξεις των οφθαλμών του φυτού).

Εφόσον έχουμε κάνει το μπόλιασμα, καλό θα ήταν να καλύψουμε το μπόλι με κατάλληλες μαστίχες έτσι ώστε η πληγή να είναι αδιάβροχη.
Το μπόλιασμα με οφθαλμό (ενοφθαλμισμός) μπορεί να γίνει τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο, χρησιμοποιώντας κοιμώμενο οφθαλμό ή το Μάρτιο χρησιμοποιώντας οφθαλμό ενεργό-βλαστικό. Συνήθως, είναι καλύτερο να κάνουμε το μπόλιασμα τον Αύγουστο, έτσι ώστε, αν δεν επιτύχει, να ξαναπροσπαθήσουμε την άνοιξη. Σε αυτό τον τύπο μπολιάσματος κάνουμε μια τομή σχήματος Τ πάνω στο φλοιό του υποκειμένου και εισάγουμε το μπόλι του οφθαλμού (αποτελείται από τον οφθαλμό με το απαραίτητο κομμάτι φλοιού σε σχήμα ασπίδας) αφήνοντας όμως τον οφθαλμό ακάλυπτο. Στη συνέχεια, αλείφουμε την πληγή με μαστίχα και δένουμε το σημείο με φυτικές ίνες (ράφια), αφήνοντας ελεύθερο τον οφθαλμό. Η ένωση των ιστών (μέσα σε δύο εβδομάδες) έχει επιτευχθεί όταν ο φλοιός του οφθαλμού είναι πράσινος και φουσκωμένος. Αν αποτύχει το μπόλιασμα, επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία, αλλιώς αφήνουμε να αναπτυχθεί ο καλύτερος από τους πλάγιους βλαστούς, κλαδεύοντας την κορυφή του υποκειμένου

Εμβολιασμός με πλακίτη: σε αυτή την περίπτωση παίρνουμε το μπόλι από ένα νεαρό, χυμώδες και καρποφόρο κλαδί, κόβοντας ένα τετραγωνισμένο κομμάτι από τον φλοιό του, πλάτους 4-5 εκ.,το οποίο φέρει έναν οφθαλμό. Αυτό το εμβόλιο τοποθετείται πάνω στον φλοιό του υποκειμένου του οποίου έχουμε προηγουμένως αφαιρέσει ένα κομμάτι φλοιού αντίστοιχων διαστάσεων. Αφού τοποθετηθεί το μπόλι, δένουμε την ένωση με φυτικές ίνες (ράφια) ή μαλλί και αλείφουμε μαστίχα γύρω από την πληγή. Αυτή η διαδικασία γίνεται την ίδια χρονική περίοδο με τον εμβολιασμό με οφθαλμό.Ο εμβολιασμός στεφάνης μπορεί να γίνει ακόμα και σε χοντρά κλαδιά ή σε κορμούς. Κατ' αρχάς κόβουμε τον κορμό ή το κλαδί και λειαίνουμε την τομή με ένα κοφτερό μαχαίρι, προσέχοντας πάντα να μην συνθλίψουμε τις άκρες του φλοιού. Έπειτα κάνουμε τρεις έως δέκα τομές πάχους 3 εκ. και μήκους 10 εκ. ανάμεσα στο φλοιό, το κάμβιο και το ξύλο. Σε αυτές τις τομές εισάγουμε το κεντρί (μπόλι), έτσι ώστε οι ιστοί του κεντριού και του υποκειμένου να βρίσκονται σε στενή επαφή. Έπειτα αλείφουμε με μαστίχα και δένουμε με ράφια. Το κεντρί το παίρνουμε από κλαδιά του προηγούμενου έτους. Αφήνουμε ένα ζευγάρι φύλλων και κόβουμε την κορυφή του όπως επίσης και το κάτω μέρος του σε σχήμα ράμφους.

Ο σχιστός εμβολιασμός είναι αυτός που εφαρμόζεται λιγότερο. Κάνουμε μια κατακόρυφη τομή βάθους 10 εκ. στην καρατομημένη επιφάνεια του κορμού ή του κλαδιού του υποκειμένου 

Σχιστός εμβολιασμός

 Ανοίγουμε ελαφρά τη σχισμή που μοιάζει με σφήνα και στις δύο αντίθετες κατά μήκος άκρες της τοποθετούμε δύο κεντριά μεταξύ του φλοιού και του ξύλου, έτσι ώστε οι ιστοί κεντριών και υποκειμένου να εφάπτονται πλήρως . Έπειτα αλείφουμε την πληγή με μαστίχα και δένουμε την περιφέρεια του κορμού. Τα κεντριά (μπόλια) πρέπει να έχουν μήκος Ι 5-20 εκ. , διάμετρο 1-2 εκ ., να φέρουν αρκετούς οφθαλμούς και να έχουν ληφθεί από νεαρά και υγιή κλαδιά. Ο σχιστός εμβολιασμός και ο εμβολιασμός στεφάνης πραγματοποιούνται στην αρχή του φθινοπώρου ή την άνοιξη .

 Στον εμβολιασμό με «κελί», τα μπόλια είναι μικρών διαστάσεων και φέρουν τουλάχιστον ένα ζευγάρι οφθαλμών. Τοποθετούνται μεταξύ φλοιού και ξύλου αφού πρώτα έχουμε αφαιρέσει ένα τριγωνικό κομμάτι φλοιού και ξύλου, κάνοντας μια πλάγια τομή προς το κέντρο του κορμού και μια κάθετη τομή στον κορμό του υποκειμένου. Αυτά τα αφαιρεθέντα κομμάτια κορμού τα ονομάζουμε «κελιά». Τα μπόλια που χρησιμοποιούμε είναι ενός έτους. Αυτός ο τύπος εμβολιασμού χρησιμοποιείται σε ελιές μεγάλης ηλικίας με σκοπό να δημιουργήσουμε νέα κλαδιά, ειδικά όταν κάνουμε αυστηρά κλαδέματα για την ανανέωση του δέντρου ή για τη διαμόρφωση συγκεκριμένου σχήματος. Δεν χρειάζεται να δέσουμε το μπόλι (είναι πολύ καλά κολλημένο μέσα στο φλοιό).


Σχετικά με το κλάδεμα, μπορούμε να δώσουμε μόνο κάποιες γενικές συμβουλές, μιας και κάθε ελαιοπαραγωγός περιοχή έχει αναπτύξει το δικό της σύστημα κλαδέματος, το οποίο εξαρτάται από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες, τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν (άνεμοι, υγρασία, γονιμότητα του εδάφους) και από τις καλλιεργητικές τεχνικές που εφαρμόζονται. Πολλές φορές, τα ίδια τα φυτά μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματά μας:

α) Κάποια φυτά, αν και είναι πολύ παραγωγικά, δέχονται κλάδεμα επαναφοράς και, παρόλα αυτά, συνεχίζουν να έχουν έντονη βλαστικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, οι κοπές επαναφοράς πρέπει να γίνονται αφήνοντας τα περιφερειακά κυλινδρικά κλαδιά

 

 β) Η μεγάλη παραγωγικότητα του φυτού μειώνει αισθητά τη βλαστική ανάπτυξή του. Σε αυτή την περίπτωση, οι κοπές πρέπει να γίνονται αφήνοντας μόνο τα κλαδιά με κωνικό σχήμα, που πάνε προς τα πάνω, μιας και αυτά συνήθως προσδίδουν τη μεγαλύτερη βλαστικότητα στο φυτό.
Μπορούμε να γίνουμε καλοί κλαδευτές παρατηρώντας ανθρώπους πιο έμπειρους από εμάς (χωρίς όμως να παίρνουμε κατά γράμμα τις συμβουλές τους), ακολουθώντας τις βασικές αρχές κλαδέματος για την ανάπτυξη της καρποφορίας και της βλαστικότητας, εμπλουτίζοντας συγχρόνως τις δικές μας γνώσεις.
Ο αντικειμενικός σκοπός του κλαδέματος είναι να δια¬τηρήσουμε την απόδοση του φυτού, να ρυθμίσουμε την ανάπτυξή του, να καταμερίσουμε σωστά τους καρποφόρους βλαστούς, να διατηρήσουμε σωστή αναλογία φυλλικής και ξυλώδους μάζας, να εξασφαλίσουμε καλή κυκλοφορία του αέρα και διάχυση άπλετου φωτός και να αποφύγουμε την πλεονοσματική παραγωγή, έτσι ώστε να έχουμε καρπό κάθε χρόνο και όχι κάθε δύο χρόνια.
Τα πρώτα χρόνια ανάπτυξης του φυτού (φάση ανάπτυξης με αυξανόμενη παραγωγή) το κλάδεμα πρέπει να είναι περιορισμένο. Όταν πλέον το δέντρο έχει ωριμάσει (περίοδος παραγωγής), το κλάδεμα θα πρέπει να είναι μέτριο, ενώ όταν γεράσει πολύ δραστικό. Τα πρώτα δύο-τρία χρόνια της ανάπτυξης αφαιρούμε μόνο τις παραφυάδες.
Στο παρελθόν πίστευαν, λανθασμένα, ότι το αυστηρό κλάδεμα, εκτός από το να ελέγχει την παραγωγικότητα των ώριμων δέντρων, βοηθούσε στη γρήγορη ανάπτυξη και καρποφορία των φυτών. Σήμερα έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι υπερβολές στο κλάδεμα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του φυτού έχουν ιδιαίτερα αρνητικά αποτελέσματα, προκαλώντας ανισορροπία μεταξύ βλαστικότητας και παραγωγικότητας, την οποία μπορούμε βέβαια να διορθώσουμε με λιπάνσεις και άφθονα ποτίσματα, αλλοιώνοντας όμως έτσι τις άμυνες του φυτού. Συμβουλεύουμε να μην γίνεται ποτέ κλάδεμα αμέσως μετά το μάζεμα των καρπών.

 

Σχετικά πάντα με τους διάφορους τρόπους καλλιέργειας, έχουμε τρεις τύπους κλαδέματος:
α) Το ξηρό ή χειμωνιάτικο κλάδεμα, β) Το χλωρό ή καλοκαιρινό κλάδεμα, γ) Το κλάδεμα ανανέωσης.
Το ξηρό κλάδεμα
Στο φυτώριο κλαδεύουμε το νεαρό φυτό για να του δώσουμε τη μελλοντική του μορφή καθώς και το επιθυμητό ύψος και αριθμό κλαδιών.
Το κλάδεμα διαμόρφωσης έχει σκοπό να καλυτερεύσει το μελλοντικό σχήμα του δενδρυλλίου, αφαιρώντας όλους τους βλαστούς που εμποδίζουν τη σωστή διαμόρφωσή του.
Η ελιά καρποφορεί στα κλαδιά του προηγούμενου έτους.
Τα κλαδιά δύο και περισσότερων ετών χάνουν σιγά-σιγά τη βλαστικότητά τους διότι δεν έχουν πολλούς ζωτικούς οφθαλμούς. Αν όμως υπάρξει κάποιο ανωμαλία, με μεγάλη ευκολία έχουμε την έκπτυξη πολυάριθμων βλαστών σε όλη την επιφάνεια του φυτού.Σε ένα μικτό κλαδί, οι τελευταίοι οφθαλμοί δίνουν ξυλοφόρους βλαστούς. Όσο ο ξυλοφόρος βλαστός αναπτύσσεται, βαραίνει και

γέρνει προς τα κάτω, δημιουργώντας έτσι τους πιο παραγωγικούς βλαστούς της ελιάς. Στο σημείο της μεγαλύτερης καμπύλης θα εκπτυχθούν νέοι καρποφάροι βλαστοί, μερικοί από τους οποίους θα αφαιρεθούν, ενώ ένας από αυτούς θα αντικαταστήσει τον κεντρικό καρποφόρο βλαστό που έχει πλέον εξαvτληθεί. Όταν, λοιπόν, κλαδεύουμε με σκοπό την αύξηση της καρποφορίας, θα πρέπει πόντα να έχουμε στο μυαλό μας ότι, περιοδικά, θα πρέπει να ανανεώνουμε το φυτό. Από το μικτό βλαστό του ενός έτους θα αναπτυχθεί το δεύτερο έτος ο οριστικός ξυλοφόρος οφθαλμός, ενώ στη συνέχεια θα αναπτυχθούν μερικά από τα πρώτα χαμηλά ζευγάρια οφθαλμών. Οι λαίμαργοι βλαστοί εκπτύσσοvται είτε στον κορμό είτε στα κλαδιά (από τυχαίους οφθαλμούς) και αφαιρούνται είτε κατά το ξηρό κλάδεμα είτε κατά το χλωρό. Ωστόσο, πολλές φορές μπορούν να αντικαταστήσουν κλαδιά που θέλουμε να αφαιρέσουμε. Το κλάδεμα της ελιάς γίνεται κάθε χρόνο με τη χρήση μαχαιριών εμβολιασμού ή με κλαδευτήρια για τους νεαρούς βλαστούς. Πριόνι χρησιμοποιούμε μόνο όταν θέλουμε να διορθώσουμε ή να τροποποιήσουμε κάτι στην κόμη , αντικαθιστώντας τα παλιά χοντρά κλαδιά με πιο νέα.

 

Η κοπή πρέπει να είναι καθαρή, λεία και πλάγια, γιατί έτσι το βρόχινο νερό γλιστράει μειώνοντας τον κίνδuνο μόλυνσης των πληγών. Αν μια τομή δεν είναι λεία και καθαρή, πρέπει να λειανθεί και να αλειφθεί με πολτό. Οι καλύτερες ημέρες για να κάνουμε το κλάδεμα είναι οι ξηρές και με μεγάλη ηλιοφάνεια. Όταν κλαδεύουμε, πρέπει να έχουμε υπόψη τα χαρακτηριστικά κάθε ποικιλίας και περιοχής, γι' αυτό είναι απαραίτητα να έχουμε θεωρητικές και πρακτικές γνώσεις, μα πάνω απ' όλα να είμαστε παρατηρητικοί.
Το ξηρό κλάδεμα καταλαμβάνει περίπου το 30% τοu συνολικού χρόνοu που αφιερώνουμε στην καλλιέργεια της ελιάς (περίπου μία ώρα ανά φυτό) .

Το χλωρό κλάδεμα
Τ ο χλωρό κλάδεμα γίνεται για να αφαιρέσουμε λαίμαργοuς χλωρούς βλαστούς που μεγαλώσανε από τον Απρίλιο έως και Ιούλιο, είτε χαμηλά είτε ψηλά στο δέντρο. Διενεργείται με μαχαίρια και ψαλίδια και καλό είναι να είναι πάντα ο ίδιος κλαδευτής , γιατί κάποιος άλλος μπορεί να αφαιρέσει λαίμαργοuς βλαστούς που έχουν αφεθεί επίτηδες για να αντικαταστήσουν κάποια παλιό κλαδιά . Κάθε νέος κλαδευτής δίνει το δικό του στυλ στο δέντρο και αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβα-ρό προβλήματα . Το χλωρό κλάδεμα καταλαμβάνει το 8-10% του χρόνου που αφιερώνουμε στην καλλιέργεια της ελιάς.

Το κλάδεμα ανανέωσης
Αυτός ο τύπος κλαδέματος γίνεται σπάνια και αλλάζει δραστικά τη μορφή του δένδρου. Η ανανέωση του δένδρου γίνεται μετά από πολλά χρόνια, όταν τα κλαδιά έχουν δώσει τα πάντα από πλευράς καρποφορίας και ο κεντρικός κορμός δεν ξεφεύγει από τον κανόνα οπότε χρειάζεται να τον κόψουμε κάνοντας καθαρή και πλάγια τομή με το πριόνι. Η κομμένη επιφάνεια εν συνεχεία λειαίνεται και αλείφεται με βορδιγάλειο πολτό. Τον βλαστό που θα αντικαταστήσει τον κεντρικό βραχίονα τον διαλέγουμε ανάμεσα στους περιφερειακούς βλαστούς.
Αν δεν υπάρχει κάποιος λαίμαργος βλαστός για την αντικατάσταση του κεντρικού βραχίονα, αφήνουμε το φυτό να αποφασίσει και στο τέλος του καλοκαιριού ξεχωρίζουμε τους δύο καλύτερους βλαστούς, από τους οποίους τελικά θα επιλέξουμε τον ένα.
Αυτό το δραστικό κλάδεμα της αναμόρφωσης γίνεται όταν το φυτό έχει υποστεί ζημιές από πάγο ή φωτιά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθως κάνουμε δύο αυστηρό κλαδέματα: το πρώτο κλάδεμα είναι αρκετά δυνατό ενώ το δεύτερο γίνεται για να ξεχωρίσουμε και να διαρρυθμίσουμε τους λαίμαργους βλαστούς από την ξυλώδη μάζα που έχει απομείνει.
Ένας άλλος τύπος δραστικού κλαδέματος αποσκοπεί στο να αφαιρέσουμε το νεκρό και φθαρμένο ξύλο του δένδρου, ξύνοντας το φλοιό που έχει φαγωθεί από την ξηρά σήψη της ελιάς και αφήνοντας μόνο το πράσινο, υγιές, αλλά γερασμένο ξύλο. Είναι μια διαδικασία αρκετά κουραστική και αργή που πρέπει να γίνεται με εργαλεία πολύ καλά ακονισμένα . Αυτό το κλάδεμα εφαρμόζεται για να ξαναδώσουμε στο δέντρο ζωντάνια και δύναμη.
Το μηχανικό κλάδεμα με δίσκους ή φαλτσέτες βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, παρόλο που διευκολύνεται από τα σύγχρονα σχήματα καλλιέργειας, όπως το ελεύθερο και αυτό με τον μονό βραχίονα. Ο γενικός κανόνας πάνω στον οποίο βασίζεται είναι ότι η κοπή των περιφερειακών κλαδιών της εξωτερικής κόμης του δέντρου θα αυξήσει την καρποφορία το επόμενο έτος.
Όταν τα μηχανικό κλάδεμα αρχίσει να εφαρμόζεται στους αγρούς, τότε το χειρωνακτικό θα περιορισθεί μόνο στο αραίωμα των φύλλων και στη διατήρηση του σχήματος της κόμης του δέντρου.
Ωστόσο δεν έχει ακόμα τελειοποιηθεί και θα χρειαστούν μερικά χρόνια μέχρι να αρχίσει να εφαρμόζεται .